Μα τον Δία, Ερμογένη μου, εάν έχωμεν νουν, ένας είναι ο καλλίτερος τρόπος, ότι δηλαδή περί των θεών τίποτε δεν γνωρίζομεν, ούτε περί των ιδίων ούτε περί των ονομάτων, τα οποία οι ίδιοι αποδίδουν εις τον εαυτόν των. Και βεβαίως είναι φανερόν ότι εκείνοι μεταχειρίζονται τα αληθή ονόματα. Αλλά δεύτερος πάλιν τρόπος της ορθότητος είναι, καθώς συνηθίζομεν να ευχώμεθα εις τας προσευχάς, δηλαδή, όπως εκείνοι ευχαριστούνται να ονομάζωνται, έτσι και
ημείς να τους ονομάζωμεν, αφού τίποτε άλλο δεν γνωρίζομεν· διότι εγώ φρονώ ότι είναι καλαί αι συνήθειαι των προσευχών. Λοιπόν, εάν θέλης, ας εξετάσωμεν, αλλά αφού δηλώσωμεν
προηγουμένως εις τους θεούς, ότι ημείς τίποτε δεν θα εξετάσωμεν περί αυτών των ιδίων — διότι δεν έχομεν την αξίωσιν ότι είμεθα ικανοί δι' αυτό — αλλά μόνον περί των ανθρώπων: ποίαν άραγε δοξασίαν είχαν όταν έθεταν εις αυτούς τα ονόματα, διότι αυτό δεν είναι βλασφημία.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ



Αλλά και πέρα από το ζήτημα της φήμης, Αθηναίοι, δε μου φαίνεται ότι είναι δίκαιο να παρακαλάει κανείς το δικαστή, ούτε να αθωώνεται με παρακάλια, αλλά να εξηγεί την ουσία της υπόθεσης και να πείθει. Γιατί δεν κάθεται στη θέση του ο δικαστής για αυτό το σκοπό, για να κάνει χάρες κατά την απονομή του δικαίου, αλλά για να κρίνει αντικειμενικά· και ορκίστηκε όχι να κάνει χάρες σε όποιον θέλει, αλλά να δικάζει σύμφωνα με τους νόμους. Έτσι λοιπόν δεν πρέπει ούτε εμείς οι κατηγορούμενοι να σας συνηθίζουμε στην επιορκία, ούτε εσείς να τη συνηθίζετε. Γιατί σε αυτή την περίπτωση και οι μεν και οι δε θα δείχναμε ασέβεια προς τους θεούς. Μην έχετε επομένως την απαίτηση, Αθηναίοι, να συμπεριφερθώ σε σας με τρόπο που πιστεύω ότι ούτε ωραίος είναι, ούτε δίκαιος, ούτε αρέσει στους θεούς· προπαντός, μα το Δία, από τη στιγμή που με μήνυσε για ασέβεια αυτός εδώ ο Μέλητος. Γιατί σαφέστατα, αν σας έπειθα και σας βίαζα με παρακάλια να παραβείτε τον όρκο σας, θα σας δίδασκα να μην πιστεύετε στην ύπαρξη των θεών και, πράγματι, με την απολογία μου θα επέρριπτα ο ίδιος στον εαυτό μου την κατηγορία ότι δεν πιστεύω στους θεούς. Αλλά αυτό πολύ απέχει από την αλήθεια. Γιατί πιστεύω, Αθηναίοι, πολύ περισσότερο από ό,τι οποιοσδήποτε από τους κατήγορους μου, και αφήνω εσάς και το θεό να με κρίνετε και να αποφασίσετε ποιο είναι το καλύτερο να γίνει για μένα και για σας.
ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ 
 Θα 'τανε φοβερό και πράγματι τότε θα ήταν δίκαιο να με φέρει κανείς στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι δεν πιστεύω στους θεούς και ότι δεν υπακούω στον χρησμό, και ότι φοβάμαι τον θάνατο και ότι νομίζω πως είμαι σοφός ενώ δεν είμαι.
ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ,ΠΛΑΤΩΝ 
 Ω φίλε(αγαπητέ) ΠΑΝ (Δημιουργέ που έχεις φτιάξει το ΠΑΝ), και σεις άλλοι θεοί, όσοι λατρεύεστε εδώ ,κάνε τε με να γίνω ωραίος εσωτερικά(στην ψυχή). Τα δε υλικά αγαθά, όσα έχω, κάντε τα να βρίσκονται σε αρμονική σχέση με τις ιδέες μου. Να νομίζω πλούσιο μόνο το σοφό, και να έχω τόση περιουσία, όση θα ήταν αρκετή να έχει και να ανέχεται, όχι άλλος άνθρωπος αλλά ο σώφρων.
Πλάτων (Φαίδρος, 279 B-C)
 Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ :

Πες του λοιπόν, Κέβη, την αλήθεια, είπε, ότι τα συνέθεσα όχι θέλοντας να ανταγωνιστώ τον ίδιο ή τα ποιήματά του αφού ήξερα ότι δεν θα ήταν εύκολο αλλά προσπαθώντας να εξηγήσω τη σημασία κάποιων ονείρων και να δείξω ευσέβεια, σε περίπτωση που, με τις επανειλημμένες εμφανίσεις τους, με προστάζουν να ασχοληθώ με αυτό το είδος μουσικής. Να τι λογής ήταν τα όνειρα:
Πολλές φορές στη ζωή μου με επισκέφθηκε το ίδιο όνειρο στο παρελθόν, κάθε φορά με διαφορετική μορφή, ωστόσο έλεγε πάντα τα ίδια. «Σωκράτη, μουσική να κάνεις και πάνω σ αυτή να δουλεύεις». Και εγώ στην αρχή νόμιζα πως με προέτρεπε και με παρότρυνε σε ό,τι ακριβώς έκανα τόσον καιρό, όπως εκείνοι που ενθαρρύνουν τους δρομείς, έτσι και μένα με παρότρυνε το όνειρο να κάνω ό,τι ακριβώς έκανα, δηλαδή μουσική, γιατί η φιλοσοφία είναι το ανώτερο είδος μουσικής και εγώ με αυτή καταγινόμουν. Και τώρα, αφού έγινε η δίκη και μια που η γιορτή του θεού με εμπόδιζε να πεθάνω, θεώρησα ότι πρέπει, αν αυτό που με προστάζει το όνειρο επανειλημμένα είναι να ασχοληθώ με τη «δημοτική» μουσική, να μη δείξω απείθεια και να ασχοληθώ με αυτήν. Γιατί δεν θα ήταν σωστό να φύγω προτού δείξω την ευσέβειά μου γράφοντας ποιήματα και προτού υπακούσω στο όνειρο. Έτσι λοιπόν η πρώτη σύνθεσή μου ήταν για τον θεό, προς τιμήν του οποίου γίνονταν αυτές οι γιορτές και οι θυσίες. Μετά τον θεό, σκέφτηκα ότι ο ποιητής πρέπει, για να είναι αληθινός ποιητής, να πλάθει μύθους και όχι λόγους, και καθώς ο ίδιος δεν ήμουν δυνατός στη μυθοπλασία, όσους μύθους του Αισώπου είχα πρόχειρους και γνώριζα απ έξω, από αυτούς διασκεύασα τους πρώτους που βρήκα.

Αυτά λοιπόν, Κέβη, να πεις στον Εύηνο και να είναι γερός. Και αν διαθέτει σωφροσύνη, να με ακολουθήσει το συντομότερο. Φεύγω, όπως φαίνεται, σήμερα. Έτσι προστάζουν, βλέπεις, οι Αθηναίοι.

ΦΑΙΔΩΝ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Πες του λοιπόν, Κέβη, την αλήθεια, είπε, ότι τα συνέθεσα όχι θέλοντας να ανταγωνιστώ τον ίδιο ή τα ποιήματά του αφού ήξερα ότι δεν θα ήταν εύκολο αλλά προσπαθώντας να εξηγήσω τη σημασία κάποιων ονείρων και να δείξω ευσέβεια, σε περίπτωση που, με τις επανειλημμένες εμφανίσεις τους, με προστάζουν να ασχοληθώ με αυτό το είδος μουσικής. Να τι λογής ήταν τα όνειρα:
Πολλές φορές στη ζωή μου με επισκέφθηκε το ίδιο όνειρο στο παρελθόν, κάθε φορά με διαφορετική μορφή, ωστόσο έλεγε πάντα τα ίδια. «Σωκράτη, μουσική να κάνεις και πάνω σ αυτή να δουλεύεις». Και εγώ στην αρχή νόμιζα πως με προέτρεπε και με παρότρυνε σε ό,τι ακριβώς έκανα τόσον καιρό, όπως εκείνοι που ενθαρρύνουν τους δρομείς, έτσι και μένα με παρότρυνε το όνειρο να κάνω ό,τι ακριβώς έκανα, δηλαδή μουσική, γιατί η φιλοσοφία είναι το ανώτερο είδος μουσικής και εγώ με αυτή καταγινόμουν. Και τώρα, αφού έγινε η δίκη και μια που η γιορτή του θεού με εμπόδιζε να πεθάνω, θεώρησα ότι πρέπει, αν αυτό που με προστάζει το όνειρο επανειλημμένα είναι να ασχοληθώ με τη «δημοτική» μουσική, να μη δείξω απείθεια και να ασχοληθώ με αυτήν. Γιατί δεν θα ήταν σωστό να φύγω προτού δείξω την ευσέβειά μου γράφοντας ποιήματα και προτού υπακούσω στο όνειρο. Έτσι λοιπόν η πρώτη σύνθεσή μου ήταν για τον θεό, προς τιμήν του οποίου γίνονταν αυτές οι γιορτές και οι θυσίες. Μετά τον θεό, σκέφτηκα ότι ο ποιητής πρέπει, για να είναι αληθινός ποιητής, να πλάθει μύθους και όχι λόγους, και καθώς ο ίδιος δεν ήμουν δυνατός στη μυθοπλασία, όσους μύθους του Αισώπου είχα πρόχειρους και γνώριζα απ έξω, από αυτούς διασκεύασα τους πρώτους που βρήκα.
Αυτά λοιπόν, Κέβη, να πεις στον Εύηνο και να είναι γερός. Και αν διαθέτει σωφροσύνη, να με ακολουθήσει το συντομότερο. Φεύγω, όπως φαίνεται, σήμερα. Έτσι προστάζουν, βλέπεις, οι Αθηναίοι.
ΦΑΙΔΩΝ ΠΛΑΤΩΝΟΣ
 ΦΑΙΔ.: Όπως λένε οι Αθηναίοι, αυτό είναι το πλοίο με το οποίο κάποτε ο Θησέας μετέφερε τα επτά εκείνα ζευγάρια στην Κρήτη, τα έσωσε και σώθηκε και ο ίδιος. Καθώς λέγεται λοιπόν, ευχήθηκε τότε στον Απόλλωνα ότι αν σωθούν θα στείλουν κάθε χρόνο ιερή αντιπροσωπεία στην Δήλο, αυτή δηλαδή που στέλνουν από τότε κάθε χρόνο στον θεό μέχρι σήμερα. Όταν λοιπόν αρχίσουν τα σχετικά με την αποστολή της αντιπροσωπείας υπάρχει σε αυτούς νόμος να μένει αγνή η πόλη στο διάστημα αυτό και να μη γίνεται καμιά δημόσια εκτέλεση, πριν φτάσει το πλοίο στη Δήλο και επιστρέψει πάλι πίσω, πράγμα που μερικές φορές διαρκεί πολύ χρόνο, όταν τους βρούνε άνεμοι και τους αποκλείσουν εκεί. Έναρξη της αποστολής αντιπροσωπείας γίνεται όταν ο ιερέας του Απόλλωνα στεφανώσει την πρύμνη του πλοίου. Αυτό συνέβη, όπως είπα, την προηγουμένη της δίκης. Γι αυτό ο Σωκράτης πέρασε πολύ καιρό στη φυλακή από την καταδίκη μέχρι το θάνατό του.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ 
 Ο λόγος λοιπόν που αναφέρεται σχετικά στα απόρρητα και λέει ότι εμείς οι άνθρωποι  βρισκόμαστε υπό φρούρηση σε κάποια φυλακή, απ' όπου δεν πρέπει να ελευθερωνόμαστε ούτε να δραπετεύουμε, μου φαίνεται σπουδαίος και όχι εύκολος στο να διαβλέψουμε τι εννοεί. Τούτο εδώ μάλιστα, Κέβη,  μου φαίνεται  πως διατυπώθηκε σωστά, ότι δηλαδή  οι θεοί είναι εκείνοι  που μας φροντίζουν και ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα από τα κτήματά τους.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ
 Εμπρός λοιπόν, θα προσπαθήσω να απολογηθώ σε σας πειστικότερα από ό,τι στους δικαστές. Εγώ, είπε, Σιμμία και Κέβη, αν δεν φανταζόμουν ότι θα φθάσω κατ' αρχάς  κοντά σε άλλους θεούς, σοφούς και αγαθούς, και έπειτα  σε ανθρώπους που έχουν τελευτήσει και είναι καλύτεροι από τους εδώ,  θα είχα άδικο να μην αγανακτώ με τον θάνατο.  Τώρα όμως,  το ξέρετε,  ελπίζω να φθάσω και κοντά σε αγαθούς ανθρώπους  - πράγμα βέβαια που θα μπορούσα να υποστηρίξω με πεποίθηση. Το ότι όμως ελπίζω να φθάσω κοντά σε δεσπότες θεούς εξόχως αγαθούς, να το ξέρετε,  αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσα να υποστηρίξω  με πεποίθηση, είναι αυτό. Συνεπώς,  γι' αυτό δεν αγανακτώ  όπως οι άλλοι, αντίθετα  ευελπιστώ ότι υπάρχει  κάτι για όσους έχουν πια πεθάνει και,  όπως λέει και η αρχαία παράδοση,  πολύ καλύτερο για τους αγαθούς παρά για τους κακούς.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ
 Είναι επίσης πιθανό, αυτοί που καθιέρωσαν για μας τις τελετές, να μην είναι τίποτα ανάξιοι, και μπορεί να ήταν αληθινά τα αινιγματικά τους λόγια, ότι εκείνος που θα φτάσει στον Άδη  χωρίς να έχει μυηθεί  στα μυστήρια και τις τελετές  θα κείτεται σε βόρβορο, ενώ αυτός που έχει υποστεί καθαρμούς και έχει μυηθεί στις τελετές, όταν φτάσει εκεί, θα κατοικεί μαζί με τους θεούς. Γιατί είναι, λένε οι σχετικοί με τις τελετές, «πολλοί οι ναρθηκοφόροι και σπάνιοι οι Βάκχοι». Αυτοί κατά την άποψή μου δεν είναι άλλοι από όσους φιλοσόφησαν  με τον σωστό τρόπο. Απ' αυτά λοιπόν εγώ, όσο τουλάχιστον ήταν δυνατόν, δεν παρέλειψα τίποτα στη ζωή μου, αλλά με κάθε τρόπο τα τήρησα με όλο μου τον ζήλο.  Αν τώρα  ο ζήλος μου ήταν προς τη σωστή  κατεύθυνση και αν κατάφερα κάτι, όταν φτάσω εκεί, θα το μάθω με βεβαιότητα  - αν θέλει ο θεός - λίγο αργότερα, καθώς φαντάζομαι.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ 
 ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ήδη είχε αρχίσει να παγώνει το σώμα του γύρω από το υπογάστριο. Κι εκείνος αποκαλύπτοντας το πρόσωπό του, - το είχε ήδη καλύψει μ' ένα μαντήλι - είπε - το τελευταίο που βγήκε από το στόμα του:

Χρωστάμε, Κρίτωνα, ένα κόκορα στον Ασκληπιό. Να του τον δώσετε, μην το αμελήσετε.

Εντάξει, είπε ο Κρίτων. Μήπως θες τίποτε άλλο;

Στην ερώτηση του Κρίτωνα δεν απάντησε πια. Μετά από λίγο όμως σάλεψε, κι ο άνθρωπος τον ξεσκέπασε. Εκείνος είχε στυλώσει το βλέμμα. Βλέποντάς τον ο Κρίτων, το έκλεισε το στόμα και τα μάτια.

Αυτό, ήταν, Εχεκράτη, το τέλος του συντρόφου μας, ενός ανθρώπου που, όπως θα λέγαμε εμείς, ήταν, απ' όσους μας δόθηκε να γνωρίσουμε, ο καλύτερος του καιρού του, ο πιο φρόνιμος και δίκαιος.

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ

Ήδη είχε αρχίσει να παγώνει το σώμα του γύρω από το υπογάστριο. Κι εκείνος αποκαλύπτοντας το πρόσωπό του, - το είχε ήδη καλύψει μ' ένα μαντήλι - είπε - το τελευταίο που βγήκε από το στόμα του: 
Χρωστάμε, Κρίτωνα, ένα κόκορα στον Ασκληπιό. Να του τον δώσετε, μην το αμελήσετε.
Εντάξει, είπε ο Κρίτων. Μήπως θες τίποτε άλλο;
Στην ερώτηση του Κρίτωνα δεν απάντησε πια. Μετά από λίγο όμως σάλεψε, κι ο άνθρωπος τον ξεσκέπασε. Εκείνος είχε στυλώσει το βλέμμα. Βλέποντάς τον ο Κρίτων, το έκλεισε το στόμα και τα μάτια.
Αυτό, ήταν, Εχεκράτη, το τέλος του συντρόφου μας, ενός ανθρώπου που, όπως θα λέγαμε εμείς, ήταν, απ' όσους μας δόθηκε να γνωρίσουμε, ο καλύτερος του καιρού του, ο πιο φρόνιμος και δίκαιος.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ