Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Χειρίστων-ισμός=Χριστιανισμός


                

Ζεύς                                                                    Χριστός
Για τη ζωή του Ιησού δεν υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες, εκτός των Ευαγγελίων, τα οποία όμως, όπως όλα τα ιερά βιβλία των θρησκειών, δεν θεωρούνται έγκυρα ιστορικά συγγράμματα. Αλλά ακόμα και ανώτεροι εκκλησιαστικοί παράγοντες υποβαθμίζουν τη σημασία των Ευαγγελίων, αναφέροντας ότι: «Πηγή της πίστεώς μας δεν είναι τα Ευαγγέλια... αλλά η
αποκαλυπτική αλήθεια... όπως καθορίστηκε και οριοθετήθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους» (μητροπολίτης Ναυπακτίας Ιερόθεος, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/4/2006). 
Αυτό σημαίνει ότι τίποτα σταθερό (γραπτό) δεν υπάρχει, παρά τις συνεχείς αναφορές σε λόγια που είπαν ο Ιησούς, ο Παύλος, ο Πέτρος κλπ. Για κάθε εποχή ισχύει λοιπόν αυτό που επιβάλλει η συγκυρία και εξυπηρετεί τον εκκλησιαστικό μηχανισμό. Έτσι, «η χριστιανική πίστη προσαρμόζεται στις συνθήκες και στα αιτήματα κάθε τόπου και κάθε εποχής» (προμετωπίδα θεολογικής Σχολής Πανεπ. Αθήνας) - τουτέστιν ο ορισμός του καιροσκοπισμού. 
Οι ιστορικές πηγές 
Οι λιγοστές πληροφορίες από εξωβιβλικές πηγές, όπως τα έργα των Σουητώνιου, Ιώσηπου και Τάκιτου ή το Ταλμούδ, δεν είναι σύγχρονες του Ιησού και αναφέρονται έμμεσα σ' αυτόν, χωρίς να δίνουν αξιόλογες πληροφορίες, κυρίως όμως, θεωρούνται πολύ αμφίβολης εγκυρότητας. Καταρχήν, ο Φίλων ο Αλεξανδρινός (Philo Alexandrinus, ~20 π.Χ.- 54 μ.Χ.), Εβραίος φιλόσοφος με θαυμασμό προς τον ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος είχε ενεργό ρόλο εκπροσώπησης των Εβραίων στη Ρώμη, έγραψε σημαντικά ιστορικά και φιλοσοφικά έργα, αλλά δεν αναφέρει τίποτα για τον Ιησού και τη διδασκαλία του, ενώ περιγράφει στα έργα του μέχρι και ασήμαντες λεπτομέρεις από τη ζωή των Ιουδαίων της εποχής του. 
Ο Ιώσηπος Φλάβιος (Josephus Flavius, 37-100 μ.Χ.), στρατιωτικός και ιστορικός με αριστοκρατική καταγωγή και θρησκευτική μόρφωση, έζησε στην Παλαιστίνη και αιχμαλωτίστηκε (67 μ.Χ.) από τους Ρωμαίους στον ιουδαϊκό πόλεμο που κατέληξε στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ (70 μ.Χ.) Στα βιβλία του «Πόλεμος των Ιουδαίων» και «Ιουδαϊκές Αρχαιότητες» περιγράφει ο Ιώσηπος με λεπτομέρειες διάφορα περιστατικά από την απώτερη και πρόσφατη ιστορία του λαού του, αναφέρεται σε διάφορες εβραϊκές αιρέσεις κτλ., δεν κάνει όμως καμιά αναφορά σε χριστιανούς. Σε κάποιο σημείο των «Ιουδαϊκών Αρχαιοτήτων» αναφέρεται όμως απρόσμενα και μάλλον επαινετικά στη δραστηριότητα και τα θαύματα του Ιησού, τον οποίο αποκαλεί «μεσσία». 
Οι θρησκευτικά αδέσμευτοι Ιστορικοί, κρίνοντας από το γεγονός ότι ο Ιώσηπος ήταν πιστός στην ιουδαϊκή θρησκεία και διέθετε βαθιά μόρφωση για θρησκευτικά και ιστορικά θέματα, συνάγουν το συμπέρασμα ότι η αναφορά του Ιώσηπου στον Ιησού οφείλεται σε μεταγενέστερη προσθήκη στο έργο του (βλέπε και Εκκλησιαστικό Λεξικό Bautz). Αυτό ενισχύεται κι από το γεγονός ότι ο Ωριγένης (3ος αιώνας), πατέρας της χριστιανικής εκκλησίας, κατηγορεί σε κείμενό του τον Ιώσηπο ότι δεν δέχεται πως ο Ιησούς ήταν ο αναμενόμενος μεσσίας της ιουδαϊκής θρησκείας. Αντίθετα, ο Ευσέβιος που έζησε τον 4ο αιώνα, θεωρεί δεδομένη την αναφορά του Ιώσηπου στον Ιησού ως μεσσία. Έτσι συμπεραίνεται ότι η προσθήκη στα γραπτά του Ιώσηπου έγινε εκείνο το χρονικό διάστημα. 
Το Ταλμούδ αναφέρεται στον Ιησού σε κεφάλαιο που γράφτηκε τον 3ο αιώνα, τον ονομάζει όμως τις πιο πολλές φορές Μπεν Σταντά ή Μπεν Παντιρά και τον συνδέει με πρόσωπα και περιστατικά που συνέβησαν περίπου 100 χρόνια πριν από αυτά που αναφέρονται στα Ευαγγέλια. Την εποχή που γράφτηκε αυτό το μέρος του Ταλμούδ υπήρχε όμως ήδη εξάπλωση του Χριστιανισμού και γι' αυτό είναι ανεξήγητη η αντίφαση. Πιθανολογείται λοιπόν ότι στο Ταλμούδ καταγράφηκαν όχι οι «επίσημες» χριστιανικές απόψεις, οι οποίες έτσι κι αλλιώς δεν είχαν διαμορφωθεί ακόμα, αλλά εκείνες κάποιας από τις πολλές χριστιανικές κοινότητες που είχαν δημιουργηθεί στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. 
Ο διακεκριμένος στωικός φιλόσοφος Σενέκας που έζησε τον 1ο χριστιανικό αιώνα, αν και εκφράζει στα έργα του φιλοσοφικές απόψεις που δεν διαφέρουν σημαντικά από αυτές του χριστιανισμού και γι' αυτό επαινείται από τους πατέρες Τερτυλλιανό και Ιερώνυμο, δεν κάνει στα έργα του καμία αναφορά στον Ιησού και στους χριστιανούς, παρότι σχολιάζει επιπτώσεις στην πολιτική της Ρώμης από διάφορα σημαντικά και ασήμαντα γεγονότα της εποχής. Γι' αυτό πιθανολογείται ότι, αυτό που καθιερώθηκε αργότερα ως «χριστιανική διδασκαλία», έχει εμπλουτιστεί, μεταξύ άλλων, με υλικό από τη φιλοσοφία του Σενέκα και όχι ότι ο Σενέκας απηχεί τις, έτσι κι αλλιώς ακόμα αδιαμόρφωτες, χριστιανικές απόψεις. 
Ο ιστορικός Τάκιτος (Publius Cornelius Tacitus, ~56-115/120), για τον οποίο υπάρχουν μόνο διάσπαρτες πληροφορίες, αναφέρεται στο βιβλίο του «Χρονικά» με εχθρικό ύφος στους χριστιανούς, πράγμα που σημαίνει ότι κατά το δεύτερο χριστιανικό αιώνα είχαν ήδη συγκροτηθεί και ήταν υπολογίσιμες οι ομάδες οπαδών του χριστιανισμού, οι οποίοι διαμόρφωσαν σταδιακά και την ιστορία του Ιησού. Τα κείμενα του Τάκιτου που γνωρίζουμε σήμερα, είναι αντίγραφα που έγιναν από μοναχούς, στο διάστημα 9ος-11ος αιώνας μ.Χ. και από τα συγγράμματα αυτά λείπει η εξιστόρηση των γεγονότων της περιόδου από το έτος 28 μέχρι το έτος 34 μ.Χ., δηλαδή μιας πολύ σημαντικής περιόδου για το χριστιανισμό. 'Αρα, δεν είναι διαθέσιμη κάποια έγκυρη έκδοση αυτών των κειμένων. Πιθανόν μέρος των χειρογράφων του Τάκιτου να είχε καταστραφεί ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, επειδή οι περιγραφές του δεν ταίριαζαν στις μυθοπλασίες που διαμορφώθηκαν στα πλαίσια της συγκροτούμενης θρησκείας. 
Ο Σουητώνιος (Gaius Tranquillus Suetonius, 75-160) που ήταν σύγχρονος του Τάκιτου, περιγράφει διωγμούς χριστιανών από τον Νέρωνα και τους αναφέρει περιφρονητικά ως «είδος ανθρώπων που είχαν προσηλωθεί σε κάποια καινούργια και βδελυρή δεισιδαιμονία». Επίσης στο έργο του «Κλαύδιος» αναφέρεται ο ιστορικός στην «...υποκίνηση των Εβραίων από κάποιον Χρηστό ...» Αυτό δεν αποτελεί βέβαια μαρτυρία για την ιστορική παρουσία, του Ιησού αλλά καταγραφή πληροφοριών. Το γεγονός όμως ότι ο άριστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και γραμματικής Σουητώνιος έγραψε Χρηστός (που ήταν τότε όνομα δούλων, χρήσιμος, καλός) αντί του Χριστός (χρισμένος), έχει δώσει λαβή σε υποψίες ότι αυτή η φράση προστέθηκε μεταγενέστερα από ανθρώπους του εκκλησιαστικού μηχανισμού με ελλιπή παιδεία. 
Αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαιτέρως είναι το γεγονός ότι, τόσο ο βιογράφος, ιστορικός και δοκιμιογράφος Πλούταρχος που έζησε στο διάστημα 50-120 μ.Χ., όσο και ο ιστορικός και περιηγητής Παυσανίας που έζησε περίπου από το 110-115 μ.Χ. έως περίπου το 180 μ.Χ., οι οποίοι γνώριζαν άριστα τον ελληνόφωνο χώρο και περιγράφουν ιστορικά, πολιτικά, πολιτισμικά και θρησκευτικά θέματά του, δεν κάνουν καμία αναφορά, ούτε για χριστιανούς, ούτε για τον αρχηγός τους, οι οποίοι, σύμφωνα με την καθιερωμένη μυθοπλασία, προσέλκυαν μεγάλους αριθμούς νέων πιστών... 
Στο χάρτη της εικόνας που περιέχεται σε σχολικά βιβλία και άλλα χριστιανικά έντυπα, φαίνεται ότι περί τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. είχαν εκχριστιανιστεί όλη η Μικρά Ασία και μεγάλα τμήματα της Ελλάδας και της Παλαιστίνης. Κι όμως οι δύο οξυδερκείς παρατηρητές των κοινωνιών και της ιστορίας τους δεν παρατήρησαν ή δεν σημείωσαν οτιδήποτε σχετικό. Το πιθανότερο είναι λοιπόν ότι οι χριστιανικές ομάδες ήταν ολιγάριθμες και χωρίς αξιόλογη προσέλευση και πήραν έκταση με την κρατικοποίηση αυτής της θρησκείας και την επιβολή της ως μοναδικής και υποχρεωτικής στα τέλη του 4ου αιώνα. 
Αναφορές στον Ιησού γίνονται σε επιστολή ενός Πόπλιου Λεντούλου (Publius Lentulus) που αναφέρεται σε μεταγενέστερα κείμενα ως Ρωμαίος στρατιωτικός διοικητής στην Ιερουσαλήμ. Η επιστολή αποτελεί αναφορά προς τη Γερουσία της Ρώμης και στον Τιβέριο που ήταν αυτοκράτωρ στα έτη 14 - 37 μ.Χ. και περιλαμβάνει φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του Ιησού, όπως το μέτριο ανάστημά του (statura procerus, mediocris et spectabilis), το χρώμα των μαλλιών του κ.ά. Η επιστολή αυτή εμφανίστηκε πρώτη φορά κατά το 13ο αιώνα στη Ρώμη ως ανακαλυφθείσα ανάμεσα σε διάφορα χειρόγραφα και φυσικά αντιμετωπίστηκε με καχυποψία. 
Ήδη το γεγονός ότι αναφέρονται στο κείμενό της χαρακτηρισμοί, όπως «προφήτης της αλήθειας», «υιός του θεού» και «Ιησούς Χριστός» δείχνουν ότι πρόκειται για αυθαίρετη κατασκευή, δεδομένου ότι οι δύο πρώτοι όροι προέρχονται από την εβραϊκή θρησκεία και δεν είχε λόγο να τους χρησιμοποιεί ένας Ρωμαίος αξιωματικός, η δε ονομασία Χριστός για τον Ιησού είναι ιστορικά μεταγενέστερη και δεν είναι δυνατόν να είχε χρησιμοποιηθεί σε ανύποπτο χρόνο. Η σύγχρονη «Καθολική Εγκυκλοπαίδεια» αναφέρει ότι Ρωμαίος διοικητής με τέτοιο όνομα δεν υπήρξε ποτέ στην Ιουδαία και δέχεται ότι η επιστολή αυτή είναι χαλκευμένη. 
Πέρα από αυτές τις (αμφιλεγόμενες) αναφορές, δεν υπάρχει κάποια ιστορική περιγραφή της ζωής του Ιησού. Ακόμα και η ημερομηνία γεννήσεώς του, δεν είναι γνωστή, παρότι ακριβώς αυτό το έτος γεννήσεως έχει καθοριστεί ως η αρχή της σύγχρονης χρονολογήσεως. Το έτος γεννήσεως του Ιησού εκτιμάται ότι βρίσκεται μεταξύ τού 7 και του 3 π.Χ. Η 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα γεννήσεως δεν έχει σχέση με τον Ιησού, αλλά ταυτίζεται με την ημέρα γεννήσεως του προχριστιανικού «θεού ήλιου» Μίθρα, με ρωμαϊκές εορταστικές εκδηλώσεις για τον «αήττητο ήλιο» (dies natali invicti), καθώς επίσης τα ελληνικά Κρόνια (θεός Κρόνος), τα Διονύσια (θεός Διόνυσος) και τα Θεοφάνια-Επιφάνια για τον ηλιακό θεό Φοίβο-Απόλλωνα (Δ. Σιμόπουλος). Σύμφωνα με τον πάπα Γρηγόριο Α' (~540 - 604) η ταύτιση της άγνωστης ημέρας γέννησηςς του Ιησού με την 25η Δεκεμβρίου έγινε «για να μετατραπούν βαθμιαία οι εορτές των εθνικών σε χριστιανικές». Στη χριστιανική Ρώμη καθιερώθηκε η 25η Δεκεμβρίου ως εορτή τής γεννήσεως το έτος 354, στην Κωσνταντινούπολη το 379 και στην Αντιόχεια το 388. 
Οι Ιστορικοί εκτιμούν ότι τα αναγραφόμενα στα Ευαγγέλια και τις υπόλοιπες γραφές, εφόσον δεν είναι μεταγενέστερες προσθήκες και προσαρμογές, αποτελούν σύμπτυξη ιστοριών από τη ζωή και τις δραστηριότητες πολλών δεκάδων θεοτήτων και θαυματοποιών διδασκάλων (βλέπε και επόμενα), οι οποίοι έζησαν και δίδασκαν στην Παλαιστίνη εκείνους τους αιώνες και θεωρούσαν τον εαυτό τους προφήτη και μεσσία. Ένας ή περισσότεροι από αυτούς πιθανόν να ονομάζονταν Ιησούς, όνομα που ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή στην περιοχή. Κατά μία εκδοχή, μάλιστα, είναι πιθανόν να ταυτίζεται η δραστηριότητα του ευαγγελικού Ιησού με εκείνη του Ιωάννη του βαπτιστή. 
Για τα χρόνια από τη γέννηση μέχρι τη δημόσια εμφάνιση του Ιησού, η οποία τοποθετείται σύμφωνα με αναφορές στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο περί τα έτη 28-29, δεν υπάρχουν επίσης ιστορικά στοιχεία. Αναφορές για τη σταύρωση τού ευαγγελικού Ιησού ομοιάζουν με υπαρκτά γεγονότα που συνέβησαν κατά τα χρόνια διοίκησης του Πόντιου Πιλάτου (26-36). Η θανάτωση στο σταυρό επιβαλλόταν κατά το ρωμαϊκό ποινικό δίκαιο για πολιτικά εγκλήματα σε μη Ρωμαίους πολίτες. Η σταύρωση λοιπόν του Ιησού που εκτιμάται ότι έγινε στα έτη μεταξύ 29 και 31, πρέπει να είναι συνέπεια καταδίκης του για εξέγερση κατά της αυτοκρατορίας. 
Από τα προαναφερόμενα δεν συνάγεται η φυσική ανυπαρξία του Ιησού, δεδομένου ότι υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι στον τότε γνωστό κόσμο, για τους οποίους σε καμιά ιστορική πηγή δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Πολύ πιθανό είναι λοιπόν ότι ο Ιησούς υπήρξε ως φυσικό πρόσωπο, αλλά δεν θα έδωσε καμιά αφορμή, με συζητήσεις περί το άτομό του, με μαζικές συναθροίσεις προσώπων, με θαύματα κλπ. κλπ., ώστε να αναφερθούν σ' αυτόν οι Ιστορικοί της εποχής. Oπότε τίποτα από αυτά που μεγαλοποιούν τα ευαγγέλια δεν ευσταθεί. 
Η ανύπαρκτη πόλη Ναζαρέτ 
Ένα άλλο μυστήριο αποτελεί η πόλη Ναζαρέτ, από την οποία λέγεται ότι καταγόταν ο Ιησούς. Η προσαγόρευση Ναζωραίος για τον Ιησού αναφέρεται στην Καινή Διαθή δώδεκα φορές. Για παράδειγμα, στο Ματθαίος 2,23 αναγράφεται: «και ελθών κατώκησεν εις πόλιν λεγόμενην Ναζαρέτ, όπως πληρωθεί το ρηθέν δια των προφητών, ότι Ναζωραίος κληθήσεται». Επίσης, στο σταυρό που θανατώθηκε υπήρχε η επιγραφή «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς των Ιουδαίων» (Ιωάννης 19,19)! Πέρα απ' αυτό, ως Ναζωραίος αναφέρεται και ο ληξιαρχικός πατέρας του Ιησού, ο Ιωσήφ. Όμως μια πόλη της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα της Γαλιλαίας με το όνομα Ναζαρέτ δεν υπήρξε ποτέ πριν και κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιησού και παρουσιάζεται για πρώτη φορά μέσα από τα ευαγγέλια. Η πόλη αυτή φαίνεται να «ιδρύθηκε» από τους χριστιανούς θεολόγους. 
Στα ιστορικά έργα του Ιώσηπου Φλάβιου, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των γαλιλαιϊκών στρατευμάτων στην εξέγερση κατά της Ρώμης και ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συνελήφθη και κρατήθηκε αιχμάλωτος από το έτος 67 μ.Χ., δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η πόλη, αν και τα στρατεύματά του στρατοπέδευαν στην περιοχή της σημερινής Ναζαρέτ. Κατά τις συγκρούσεις για την κατάληψη της γειτονικής πόλης Sepphoris, η οποία απείχε μερικά χιλιόμετρα από τον οικισμό που ονομαζόταν αργότερα Ναζαρέτ, έπρεπε να αποτελεί αυτή η Ναζαρέτ από στρατηγικής σκοπιάς σημείο οπισθοχώρησης ή στρατοπέδευσης των στρατευμάτων του. Μία πόλη Garis, 5 χλμ. νοτιοανατολικά της Sepphoris, που δεν υπάρχει πια και αναφέρεται πράγματι από τον Ιώσηπο (Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 6,3) ως τοποθεσία του στρατοπέδου του, βρίσκεται ακριβώς στη θέση που υπάρχει η μεταγενέστερα αναφερόμενη Ναζαρέτ. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι μέχρι το 70 μ.Χ. δεν φαίνεται να υπήρχε κατ' όνομα μια πόλη Ναζαρέτ. 
Αλλά και στους προηγούμενους αιώνες, στην π.Χ. εποχή, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά στην πόλη Ναζαρέτ. Στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία αποτελεί την πολιτική και θρησκευτική ιστορία του ιουδαϊκού λαού, γίνεται αναφορά σε χιλιάδες πόλεις, χωριά και οικισμούς, πολλά ονόματα που έπαψαν να αναφέρονται κατά τη μεταγενέστερη εποχή. Όμως, σε κανένα σημείο της Π.Δ. δεν αναφέρεται κάποιος οικισμός που θα μπορούσε να ταυτιστεί κατ' όνομα ή λόγω ιστορικών γεγονότων με την πόλη που ονομάστηκε Ναζαρέτ. 'Αρα τυχόν εικασίες ότι μπορεί να υπήρχε παλαιότερα το όνομα Ναζαρέτ, να περιέπεσε για δεκαετίες ή και αιώνες στη λήθη και να επανήλθε αργότερα, δεν ευσταθούν. 
Το Ταλμούδ, μια συλλογή ιουδαϊκών νόμων που γράφτηκε μετά τα χριστιανικά ευαγγέλια (3ος αι.), αναφέρει πολλούς μικρούς και μεγάλους γαλιλαιϊκούς οικισμούς, αλλά ούτε μία φορά τη Ναζαρέτ. Γενικότερα, ουδείς ιστορικός ή άλλος συγγραφέας, πριν ή λίγο μετά τον Ιησού, αναφέρει ποτέ το όνομα αυτής της πόλης. Η μόνη «πηγή» που «ιδρύει» και περιγράφει τη Ναζαρέτ, είναι η χριστιανική παράδοση, στην οποία αναφέρεται ακόμα ότι εκεί υπήρχε και συναγωγή, άρα θα έπρεπε να είναι ένας μεγαλύτερος οικισμός και όχι μια μικρή ομάδα κατοικιών ή ένας σταθμός αγροτικής παραγωγής. Παραμένει λοιπόν ανεξήγητο, πώς είναι δυνατόν να υπήρχε στο σταυρό του Ιησού επιγραφή που αναφερόταν σε μια πόλη, η οποία δεν υπήρχε καν εκείνη την εποχή ή πριν από αυτήν. Και πώς αναφέρεται αυτή η πόλη στα ευαγγέλια που λέγεται ότι γράφτηκαν μέσα στον 1ο αιώνα αλλά δεν αναφέρεται στο Ταλμούδ που γράφτηκε δύο αιώνες αργότερα ... 
Κατά μία «αιρετική» εκδοχή ο χαρακτηρισμός Ναζωραίος (ή αλλιώς Ναζηραίς ή Ναζηραίος) σήμαινε στα εβραϊκά ο κεχρισμένος. Επειδή όμως οι θεόπνευστοι πατέρες του χριστιανισμού δεν κατανοούσαν αυτή τη σημασία, νόμισαν ότι ήταν προσδιορισμός με τοπική-εθνική σημασία και «κατασκεύασαν» μια πόλη Ναζαρέτ. Τότε όμως, πώς αναφέρεται ο Ματθαίος στην πόλη Ναζαρέτ που κατοίκησε ο Ιησούς; Η μόνη δυνατή εξήγηση είναι ότι όλα αυτά προέρχονται από προσθαφαιρέσεις μεταγενέστερων «επιμελητών», οπότε εξηγούνται έτσι και οι πάμπολλες αντιφάσεις μεταξύ των «ιερών βιβλίων». 
Ο Ιησούς ως μέλος της τριαδικής θεότητας 
Ένα άλλο ζήτημα προβληματισμού είναι, πώς προέκυψε η «κατασκευή» για τον τριαδικό θεό, με τον Ιησού στη θέση του γιου, η οποία πουθενά δεν αναφέρεται ρητά, ούτε στην Παλαιά Διαθήκη ούτε στα Ευαγγέλια, αλλά συνάγεται από διάφορες διατυπώσεις, οι οποίες με την προσφιλή στους θεολόγους μέθοδο της ερμηνευτικής μπορούν να πάρουν και την ακριβώς αντίθετη σημασία. Γεγονός είναι ότι τα περί τριαδικότητας αποτελούν μεταγενέστερη επινόηση των εκκλησιαστικών «πατέρων», αρχικά του Αθηναγόρα και του Τερτυλιανού. 
Αν ληφθεί δε επί λέξει η αναφορά «υιός του θεού» που παρουσιάζεται σε πολλά σημεία των ευαγγελίων και ερμηνεύεται ως απόδειξη της σχέσης πατρός θεού και υιού Ιησού, τότε πρέπει να ληφθεί επίσης επί λέξει η αναφορά στη Γένεση (στ΄ 2) όπου αναγράφεται: «Ιδόντες οι υιοί τού Θεού τας θυγατέρας των ανθρώπων, ότι ήσαν ωραίαι, έλαβον εις εαυτούς γυναίκας». Άρα υπήρχαν περισσότεροι του ενός υιοί θεού, οι οποίοι παντρεύτηκαν κιόλας. 
Ο ίδιος ο Ιησούς ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του θεό, πουθενά δεν αναφέρεται αυτό, το οποίο είναι και θεμελιώδες δόγμα της χριστιανικής θρησκείας και θα έπρεπε να προβάλλεται από τον ίδιο και τους μαθητές του! Ο Παύλος δεν αναφέρει πουθενά στις επιστολές του τον Ιησού ως θεό και διατηρεί αυτόν τον υπέρτατο χαρακτηρισμό μόνο για τον ένα και μοναδικό θεό του! Οι οπαδοί εκείνης της εποχής πίστευαν στο θεό, πίστευαν και στον Ιησού, αλλά δεν ταύτιζαν αυτές τις δύο έννοιες. Εξ αυτού οι χριστιανοί οπαδοί ονόμαζαν τον Ιησού το 2ο και 3ο αιώνα «θεϊκό» και τον λάτρευαν υπερβαλλόντως, πράγμα που οδήγησε τον 4ο αιώνα τη ρωμαϊκή (γοτθική) εξουσία στη σύνοδο της Νίκαιας να αναβαθμίσει ένα «θεϊκό δάσκαλο» σε «θεό». 
Επίσης, η Καινή Διαθήκη αναφέρεται σε γεγονότα, τα οποία παρουσιάζονται τώρα ως «θαύματα», ενώ την εποχή που λέγεται ότι συνέβησαν, ονομάζονταν «σημεία» ή «σημάδια εξ ουρανού». Αλλιώς θα έπρεπε ο θεός, λένε έγκριτοι θεολόγοι, να ανατρέπει για χάριν κάποιου πεινασμένου ή άρρωστου ή πεθαμένου τους νόμους της φύσης Αργότερα αποφάσισαν οι «πατέρες της εκκλησίας» να θεωρούνται τα σημάδια «θαύματα», όπως τα εννοούν μερικοί σήμερα, δηλαδή υπερφυσικά γεγονότα που ανατρέπουν τη φύση. 
Η μόνη λογική εξήγηση για τη δημιουργία του «τριαδικού» θεού που είναι μεν ένας, αλλά έχει τρεις υποστάσεις, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, πρέπει να οφείλεται σε αντιγραφή από ανταγωνιστικές θρησκείες των πρώτων χριστιανικών αιώνων (βλέπε και επόμενα), οι οποίες είχαν επικεφαλής επίσης πλειάδα θεϊκών μορφών. Η ιδέα της θεοποίησης του Ιησού εμφανίζεται 2 γενιές μετά τον αναφερόμενο θάνατό του και σχετίζεται με τον ανταγωνισμό των θρησκειών της εποχής: Ημίθεος ο Ηρακλής, θεάνθρωπος ο δικός μας κ.ο.κ. Με αυτό τον τρόπο, ο χριστιανισμός παρουσιαζόταν προς τους Ιουδαίους ως μονοθεϊστική θρησκεία, αλλά προς τους εθνικούς ως πολυθεϊστική και γινόταν έτσι ελκυστική και πολυσυλλεκτική. 
Στο αρχαιοελληνικό δωδεκάθεο παρουσιάζεται η τριάδα Δίας, Ήρα και θυγατέρα Αθηνά. Στην κέλτικη θρησκεία η θεά Morrigan έχει τρεις μορφές: αγάπη, γονιμότητα και θάνατος. Στον Ινδουϊσμό εκφράζεται μια τριαδικότητα με την Trimurti, την ενότητα των τριών υποστάσεων του δημιουργού (βράχμα), προστάτη (βίσνου) και καταστροφέα (σίβα). Τέλος, στην επίσης πολύ παλαιότερη από το χριστιανισμό αιγυπτιακή θρησκεία υπήρχε ο θεός πατέρας Όσιρις, η θεά μητέρα Ίσις, σύζυγος του Όσιρι και το παιδί τους, ο Ώρος, ο οποίος ήταν πτηνό, όπως το χριστιανικό «άγιο πνεύμα» (βλέπε και επόμενα). Στην αιγυπτιακή θρησκεία το πτηνό ήταν, όμως, γεράκι, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη μυθολογία και την κοινωνική ζωή των λαών της βόρειας Αφρικής και της Εγγύς Ανατολής. 
Απουσία θηλυκής θεότητας 
Αυτή η εισαγωγή της τριαδικότητας από τους εκκλησιαστικούς πατέρες δημιούργησε όμως, πέρα από τις πολλαπλές αιρέσεις και συγκρούσεις, ακόμα μέχρι το 19ο αιώνα και σήμερα ίσως, συμπληρωματικά προβλήματα: Οι εθνικές θρησκείες είχαν πάντα και μια θηλυκή θεότητα, η οποία «φρόντιζε» για τα θέματα της γυναικείας απασχόλησης στις αρχαίες κοινωνίες και μέχρι σήμερα, τη μητρότητα, την οικογένεια, την υγεία κ.ά. Τέτοιες θεότητες ήταν η περσική Εκάτη, η αιγυπτιακή Ίσις, οι ελληνικές θεότητες Ήρα, Αθηνά, Αφροδίτη κ.ο.κ., των οποίων η λατρεία ήταν πολύ διαδεδομένη στις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου και στις οποίες είχαν αφιερωθεί εντυπωσιακοί ναοί. 
Η χριστιανική θρησκεία είχε ένα θεό απροσδιόριστου φύλου, ο οποίος όμως εκδηλώνεται κατά γενική αντίληψη ως άντρας, ένα υιό αρσενικό και το πνεύμα που είναι ουδέτερο. Τίποτα θηλυκό, ίσως και λόγω του παραδοσιακού μισογυνισμού των «πατέρων». Όποτε είχε τεθεί το πρόβλημα της απουσίας θηλυκής θεότητας, κάθε πρόταση είχε απορριφθεί από τους μεγάλους εκκλησιαστικούς «πατέρες», για διάφορους λόγους. 
Τελικά, στην Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.Χ.) αποφασίστηκε να ανακηρυχθεί η μητέρα του Ιησού, Μαρία, ως «παναγία και υπεραγία θεοτόκος», την οποία όμως ο τότε οικουμενικός πατριάρχης μόνο ως «χριστοτόκο» δεχόταν να αναγνωρίσει. Αυτή η επιλογή με την εισαγωγή θηλυκής θεότητας προκάλεσε νέες αντιδικίες, συγκρούσεις και αιρέσεις, πολλές από τις οποίες διαρκούν μέχρι των ημερών μας! 
Σταδιακά αποδόθηκαν δε όλες οι υπερφυσικές ικανότητες των προχριστιανικών θηλυκών θεοτήτων στη μητέρα του Ιησού. Για παράδειγμα, κοντά στο ιερό της Αφροδίτης στη Βραυρώνα Αττικής, η οποία Αφροδίτη «γιάτρευε» τα ασθενή παιδιά, δημιουργήθηκε εδώ και πολλούς αιώνες και υπάρχει μέχρι σήμερα ανακαινισμένη μια εκκλησία της «Παναγίας γιάτρισσας». Αντίστοιχα έχουν γίνει κοντά ή πάνω σε όλα τα αρχαία ιερά. 
Σύγκριση με τον αιγυπτιακό θεό Ώρο 
Μια επιβεβαίωση όλων αυτών έρχεται από τη σύγκριση του βιογραφικού του «ευαγγελικού» Ιησού με εκείνα άλλων θεοτήτων της προχριστιανικής εποχής, ιδιαίτερα δε του Ώρου, ο οποίος ήταν θεός ο ίδιος και υιός θεού (Όσιρη) και θεάς (Ίσιδα). Ίδιες θεϊκές σχέσεις είχε και ο «ιδρυτής» της χριστιανής θρησκείας Ιησούς: θεός, μέλος της τριάδας ο ίδιος, υιός θεού και υιός οσίας ή αγίας θνητής. 
Οι μυθοπλασίες για τον Ιησού είναι γνωστές από τη σχολική εκπαίδευση και δεν θα επαναληφθούν εδώ. Θα περιοριστούμε καταρχάς σε θέματα που αφορούν τον Ώρο, για τα οποία ουδεμία κουβέντα γίνεται στη σχολική εκπαίδευση, και στη συνέχεια θα παραθέσουμε σε πίνακα την αντιστοίχιση Ώρου και Ιησού. 
Ο Ώρος (Horus) αναφέρεται σε αιγυπτιακούς παπύρους πολλούς αιώνες πριν από την θεολογικά περιγραφόμενη  παρουσία του Ιησού. Πιθανότατα η προέλευση του συγκεκριμένου θεού ανάγεται στη λίθινη εποχή και τα χαρακτηριστικά του διαμορφώθηκαν με την πάροδο των χιλιετιών και αιώνων μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους.  
 Ο Ώρος απεικονίζεται συμβολικά με ένα μάτι γερακιού, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος θεός αποτελεί το τρίτο μέλος, το πτηνό, στην αιγυπτιακή θεϊκή τριάδα. Από εκεί φαίνεται να προέρχεται επίσης, τόσο η «θεϊκή τριάδα» του χριστιανισμού, όσο και η συμμετοχή ενός πτηνού με το ρόλο του πνεύματος. Συνήθεις εικαστικές απεικονίσεις του Ώρου ήταν, είτε ευθέως ως γεράκι, είτε ως άνθρωπος με κεφάλι γερακιού. 

Οι Αρχαιολόγοι και/ή Αιγυπτιολόγοι Godfrey Higgins (1772-1833), Gerald Massey (1828-1907) και Alvin Boyd Kuhn (1880-1963) έγραψαν σημαντικά βιβλία για την αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία και τις εξελίξεις της διαμέσου των αιώνων. Ένας τέταρτος, σύγχρονος ερευνητής, ο Καναδός θεολόγος και δημοσιογράφος Tom Harpur (γενν. το 1929) συνόψισε τα τρία αυτά βιβλία και κατέληξε με ένα δικό του βιβλίο («The Pagan Christ», Thomas Allen Publishers: Toronto) στη σύγκριση της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας με τη χριστιανική και ειδικότερα στη σύγκριση των διαφόρων «βιογραφικών» στοιχείων του Ώρου και του Ιησού. Ακολουθεί μια παράθεση αυτών των γεγονότων σε μορφή πίνακα! 
 Γεγονός 
Ώρος 
Ιησούς 
Σύλληψη: 
Μητέρα παρθένος (πολλαπλές εκδοχές) 
Μητέρα παρθένος 
Πατέρας: 
Μοναχογιός του θεού Όσιρη των Αιγυπτίων. 
Μοναχογιός του θεού των Ιουδαίων Γεχόβα. 
Μητέρα: 
Μέρη 
Μίριαμ (Μαρία) 
Κοσμικός πατέρας: 
Σηβ 
Ιωσήφ 
Πρόγονοι κοσμικού πατέρα: 
Βασιλιάδες 
Βασιλιάδες 
Τόπος γέννησης: 
Σε σπηλιά 
Σε σπηλιά/σταύλο 
Ανακοίνωση γεγονότος: 
Άγγελος στη μητέρα του 
Άγγελος στη μητέρα του 
Θείκό σημάδι για τη γέννηση: 
Ο αστέρας Σείριος 
Ένα απροσδιόριστο αστέρι της Ανατολής 
Ημερομηνία γέννησης: 
Οι Αιγύπτιοι παρίσταναν τη γέννηση του Ώρου με ένα παιδί σε παχνί και το περιέφεραν στις 21 Δεκεμβρίου του έτους, κατά την έναρξη ανόδου της τροχιάς του Ήλιου. 
Από τον 3ο-4ο αιώνα η 25η Δεκεμβρίου, ημέρα γέννησης των προχριστιανικών θεών Μίθρα και Διόνυσου και του «αήττητου Ήλιου» (Sol Invictus). 
Γνωστοποίηση της γέννησης: 
Με αγγέλους 
Με αγγέλους 
Μάρτυρες της γέννησης: 
Βοσκοί προβάτων 
Βοσκοί προβάτων 
Μεταγενέστεροι μάρτυρες: 
Τρεις ηλιακές θεότητες 
Τρεις «μάγοι» εξ Ανατολής 
Απειλή θανάτωσης σε βρεφική ηλικία: 
Ο Ηρούτ έδωσε εντολή να σκοτώσουν τον Ώρο 
Ο Ηρώδης έδωσε εντολή να σκοτώσουν τον Ιησού 
Αντίδραση στην απειλή θανάτωσης: 
Ο θεός Θατ είπε στη μητέρα του Ώρου: «Έλα, θεά Ίσις, και κρύψου με το παιδί σου» 
Ένας άγγελος είπε στον Ιωσήφ: «Σήκω και πάρε παιδί και μητέρα και φύγε στην Αίγυπτο» 
Ηλικία ενηλικίωσης: 
12 ετών 
12 ετών 
Κενό στο βιογραφικό: 
Καμιά πληροφορία για το διάστημα από 12 μέχρι 3Ο ετών 
Καμιά πληροφορία για το διάστημα από 12 μέχρι 3Ο ετών 
Τόπος βάπτισης: 
Ηριδανός (ποταμός) 
Ιορδάνης 
Ηλικία βάπτισης: 
3Ο 
3Ο 
Βαπτιστής: 
Άνουπ ο Βαπτιστής 
Γιοχάναν (Ιωάννης) ο Βαπτιστής 
Κατάληξη του βαπτιστή: 
Αποκεφαλισμός 
Αποκεφαλισμός 
Πειρασμός: 
Ο ανταγωνιστής θεός του κακού Σουτ (Σεθ) τον παρέσυρε από την έρημο σε ένα ψηλό βουνό 
Ο ανταγωνιστής θεός του κακού Σατανάς τον παρέσυρε σε ένα ψηλό βουνό 
Στενοί οπαδοί/μαθητές: 
4 ή 16 
12 
Θαύματα: 
Περπάτησε πάνω στο νερό, γιάτρευε δαιμονισμένους, θεράπευε ασθενείς και τυφλούς. Ηρέμησε με τη δύναμή του τη θάλασσα 
Περπάτησε πάνω στο νερό, γιάτρευε δαιμονισμένους, θεράπευε ασθενείς και τυφλούς. Ηρέμησε με τη δύναμή του τη θάλασσα 
Ανάσταση νεκρού: 
Ανάστησε τον πατέρα του Όσιρη από τον τάφο 
Ανάστησε τον Λάζαρο από τον τάφο 
Κεντρική διδασκαλία: 
Σε βουνό (επί του Όρους) 
Σε βουνό (επί του Όρους) 
Τρόπος θανάτου: 
Σταύρωση 
Σταύρωση 
Συντροφιά στη θανάτωση: 
Δύο ληστές 
Δύο ληστές 
Δραστηριότητα μετά τη θανάτωση: 
Κατέβηκε στην κόλαση και έμεινε τρεις ημέρες, μετά αναστήθηκε 
Κατέβηκε στην κόλαση και έμεινεμέχρι Σάββατο πρωί(δηλαδή επέκταση σε τρεις ημέρες από το θάνατο), μετά αναστήθηκε 
Ανακοίνωσαν την ανάσταση: 
Γυναίκες 
Γυναίκες 
Μεταγενέστερη δραστηριότητα: 
Επανήλθε στα «θεϊκά» καθήκοντα 
Επανήλθε στα «θεϊκά» καθήκοντα 

Σύγκριση κύριων χαρακτηριστικών του Ώρου και του Ιησού: 
  Χαρακτηριστικό Ώρος Ιησούς Χαρακτηρισμός: Όπως περιγράφεται στα «ιερά βιβλία» είναι μυθικό πρόσωπο Όπως περιγράφεται στα «ιερά βιβλία» είναι μυθικό πρόσωπο Αποστολή: Σωτηρία της ανθρωπότητας Σωτηρία της ανθρωπότητας Τίτλος: ΚΡΣΤ, ο κεχρισμένος Χριστός, ο κεχρισμένος Άλλα ονόματα: Καλός ποιμήν, Αμνός του θεού, Άρτος της ζωής, Υιός του ανθρώπου, ο Λόγος, ο Αλιεύς, ο Οραματιστής Καλός ποιμήν, Αμνός του θεού, Άρτος της ζωής, Υιός του ανθρώπου, ο Λόγος, ο Αλιεύς, ο Οραματιστής 
Στο προαναφερόμενο βιβλίο παρατίθενται επίσης αποσπάσματα από τις διδασκαλίες του Ώρου και του Ιησού, από τα οποία προκύπτει εκτεταμένη ταύτιση, με συγκριτικό «πλεονέκτημα» του μεταγενέστερου Ιησού ότι έχουν βάλει οι «πατέρες» στο στόμα του ιδέες από την ελληνική φιλοσοφία. 
Όσον αφορά την παρθενία της μητέρας του Ώρου κατά τη γέννησή του, η Ίσις που έφερε αρχικά (και) το όνομα Μέρη, ήταν στις πρώτες χιλιετίες παρθένα-μητέρα, ενδιάμεσα θεωρήθηκε μητέρα με πολλά παιδιά και αργότερα επανήλθε η δοξασία περί παρθένου. Η μητέρα του Ιησού αναφέρεται ως παρθένος και αειπάρθενος, αλλά φαίνεται να έχει κι άλλα παιδιά (ο Ιησούς είχε αδέλφια), δηλαδή αντιστοιχεί ταυτόχρονα με όλες τις επιμέρους καταστάσεις της Ίσιδος. Προφανώς δεν διευκρινίστηκε «θεολογικά» στο χριστιανισμό, ποια ακριβώς άποψη πρέπει να θεωρείται σωστή, επειδή επικρατούσαν εξ ίσου ισχυρές αντικρουόμενες αντιλήψεις. 
Η θεά Ίσιδα και η πολλών χιλιετιών ιστορία της πρέπει να μελετηθούν σε ειδικότερες δημοσιεύσεις για να εκτιμηθεί η σημασία της ανάδειξης και της διάδοσης της λατρείας της, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ. Εδώ δίνεται μόνο μια σύγκριση της εικαστικής παράστασης μητέρας-γιου στην αιγυπτιακή και στη χριστιανική θρησκεία. Η σύγκριση πρωτότυπου και αντιγράφου οδηγεί σε προφανή συμπεράσματα! 
Να σημειωθεί ακόμα ότι η σταύρωση που φαίνεται να συμπίπτει ως τρόπος θανάτωσης του Ώρου και του Ιησού, δεν ταυτίζονται ως διαδικασία. Στον Ώρο αναφέρεται ως κρέμασμα από ένα δέντρο, ενώ στον Ιησού πρόκειται για τη μελετημένη και πολλαπλώς εφαρμοσμένη ρωμαϊκή μέθοδο θανάτωσης στο σταυρό, η οποία είχε και το νόημα παραδειγματισμού και εκφοβισμού των εχθρών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 
Μια άλλη διαφορά φαίνεται να υφίσταται στον αριθμό των μαθητών. Για τον Ώρο αναφέρονται κάποτε 4 και κάποτε 16 (=4+12) μαθητές. Αυτός ο αριθμός έχει προσαρμοστεί στον Ιησού στους 12, σε συσχετισμό με τις 12 ιουδαϊκές φυλές. 
Από τα προηγούμενα προκύπτει αβίαστα ότι ο Ιησούς ίσως να υπήρξε ως ένας από τους πολλούς περιφερόμενους μάγους και θαυματοποιούς που υποσχόταν απελευθέρωση των Ιουδαίων από τη ρωμαϊκή κατοχή, θεολογικά συναρμολογήθηκε όμως κυρίως πάνω στις αιγυπτιακές παραδόσεις με πρότυπο τον Ώρο. Με την πάροδο των ετών, δεκαετιών και αιώνων συμπληρώθηκαν τα χαρακτηριστικά, οι ιδιότητες και η διδασκαλία του με στοιχεία άλλων προχριστιανικών θεών, θρησκειών και φιλοσοφιών, κυρίως της ελληνικής. 
Από τα προηγούμενα προκύπτει αβίαστα ότι ο Ιησούς ίσως να υπήρξε ως ένας από τους πολλούς περιφερόμενους μάγους και θαυματοποιούς που υποσχόταν απελευθέρωση των Ιουδαίων από τη ρωμαϊκή κατοχή, θεολογικά συναρμολογήθηκε όμως κυρίως πάνω στις αιγυπτιακές παραδόσεις με πρότυπο τον Ώρο. Με την πάροδο των ετών, δεκαετιών και αιώνων συμπληρώθηκαν τα χαρακτηριστικά, οι ιδιότητες και η διδασκαλία του με στοιχεία άλλων προχριστιανικών θεών, θρησκειών και φιλοσοφιών, κυρίως της ελληνικής. 
Η θρησκεία 
Επίσης, στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται πουθενά ο όρος θρησκεία, ούτε φαίνεται από το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού να υπήρχε ως στόχος η ίδρυση μιας νέας θρησκείας! Αντίθετα, οι ευαγγελικές περιγραφές (Ματθαίος, 5, 17-1Cool δείχνουν μια συμπεριφορά και ομιλία πιστού Ιουδαίου: «Μην νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον και τους προφήτας, ούκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι» (πληρώ = εκπληρώ, συμπληρώνω). Η εκτροπή των εξελίξεων προς μια νέα θρησκεία, αφενός με σύμπτυξη στοιχείων (συγκρητισμός) από την εβραϊκή, από το ελληνικό δωδεκάθεο και από διάφορες εθνικές θρησκείες στο χώρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της εκείθεν Ανατολής (Μίθρας, 'Αττις, Όσιρις κλπ), αφετέρου με καθιέρωση απλοϊκών διαδικασιών για εύκολη μετάνοια ύστερα από κάθε μορφής αμαρτίες (μέχρι και δολοφονίες), έγκαιρη επίγεια συγχώρεση (των πιστών) και ελπίδες για κατάκτηση της «μετά θάνατον ζωής», φαίνεται ότι έγινε από τον Απόστολο Παύλο, διάφορους οπαδούς και από μαθητές τού Ιησού - σε αντιπαράθεση με τον Απόστολο Πέτρο - οι οποίοι με τη δράση και το κήρυγμά τους ανύψωσαν τον ευαγγελικό Ιησού στη θέση τού ιδρυτή και ηγέτη. Η διδασκαλία του Ιησού και των μαθητών του που κωδικοποιήθηκε στην «Καινή Διαθήκη», αναγνωρίστηκε ως επίσημη κρατική θρησκεία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τον Κωνσταντίνο και επεβλήθη ως μοναδική από τον Θεοδόσιο. 
Ο χριστιανισμός αποτελεί το τέκνο της σύγκρουσης μεταξύ του ανατολικού μεταφυσικού μυστικισμού και του ελληνικού ορθολογικού ανθρωποκεντρισμού.  ο μεταφυσικός μυστικισμός, έκδηλος στο μονοθεϊστικό χαρακτήρα της χριστιανικής θρησκείας, επικράτησε σ' αυτή τη σύγκρουση, με τη δυναμική υποστήριξη των Ρωμαίων στρατηγών, και με την καταπίεση, αποσιώπηση και, σε μερικές περιπτώσεις, διαστρέβλωση της φιλοσοφίας του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Αποτέλεσμα ήταν να χρειασθεί να φθάσει η ανθρωπότητα στον Kαρτέσιο για να ανακαλύψει εκ νέου τον ορθολογισμό, ο οποίος φαινόταν να έχει εκλείψει με την παρακμή της ελληνικής Αρχαιότητας ...
Tags: συγκριτισμος, δόγμα

Διάλογος μεταξύ ιερέα και ετοιμοθάνατου (Μαρκήσιος ντε Σαντ)
07 Ιου 2011 2 Σχόλια
Ο «Διάλογος μεταξύ ιερέα και ετοιμοθάνατου», είναι έργο του Γάλλου συγγραφέα και φιλόσοφου Μαρκήσιου ντε Σαντ. Αποτελεί έναν ύμνο στην αθεΐα και την ηδονή, ενώ παράλληλα καταδεικνύει την προκατάληψη, την έλλειψη λογικής και τον αυτοπεριορισμό στη θρησκεία. 
Τα πρόσωπα που συνδιαλέγονται, στο σύντομο αυτό μονόπρακτο (το οποίο ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, έγραψε στη φυλακή), όπως μαρτυρεί κι ο τίτλος, είναι ένας ετοιμοθάνατος κι ένας κληρικός. 


Ιερέας: Μπροστά σε αυτήν τη μοιραία στιγμή όπου το πέπλο της ψευδαίσθησης σχίζεται μονάχα για να παραδώσει στον πλανημένο την ωμή εικόνα των σφαλμάτων και των διαστροφών του, εσείς, τέκνο μου, διόλου δεν μετανιώνετε για τις πολλαπλές ελευθεριότητες στις όποιες σας εξώθησαν η ανθρώπινη ευπάθεια και η αδυναμία; 
Ετοιμοθάνατος: Φίλε μου, ναι, μετανιώνω. 
Ιερέας: Εκμεταλλευτείτε τότε τούτες τις ευμενείς τύψεις ώστε να λάβετε από τον ουρανό, στον λίγο χρόνο που σας απομένει, συνολική άφεση αμαρτιών και αναλογιστείτε ότι μόνο με τη δέηση τής πανίερης μετάνοιας θα έχετε τη δυνατότητα να σας δοθεί συγχώρεση από τον Ύψιστο. 
Ετοιμοθάνατος: Όσο με κατάλαβες εσύ, άλλο τόσο σε καταλαβαίνω κι εγώ. 
Ιερέας: Μα τι; 
Ετοιμοθάνατος: Σου είπα ότι μετανιώνω. 
Ιερέας: Το άκουσα. 
Ετοιμοθάνατος: Ναι, αλλά δεν το κατάλαβες. 
Ιερέας: Και σαν τι ερμηνεία 
Ετοιμοθάνατος: Αυτήν εδώ H φύση με γέννησε με ζωηρές ορέξεις και πάθη ισχυρότατα. Ήρθα στον κόσμο μόνο και μόνο για να παραδοθώ σε αυτά και να τα ικανοποιήσω και, καθώς οι επιπτώσεις της ύπαρξής μου αποτελούν μονάχα αναγκαιότητες σχετικές με τις γενεσιουργές βλέψεις της φύσης ή, αν προτιμάς, ουσιώδεις απόρροιες των σχεδίων της για μένα με βάση πάντοτε τους νόμους της, μετανιώνω λοιπόν που δεν αναγνώρισα όσο θα έπρεπε την παντοδυναμία της, και οι μοναδικές μου τύψεις σχετίζονται με την πενιχρή, εκ μέρους μου, χρήση των δυνατοτήτων -εγκληματικών κατά τη γνώμη σου, αγαθοτάτων κατά τη δική μου- με τις οποίες με προίκισε για να την υπηρετήσω. Κάποιες φορές της αντιστάθηκα και μετανιώνω τυφλωμένος από τον παραλογισμό των ιδεολογικών σου συστημάτων, τα χρησιμοποίησα για να πολεμήσω όλη εκείνη τη βία των επιθυμιών που μου είχαν σταλεί από μια επιφοίτηση πολύ πιο θεϊκή και, ναι, το μετανιώνω. Έδρεψα άνθη ενώ θα μπορούσα να είχα μία πλούσια συγκομιδή καρπών Να, λοιπόν, οι ακριβείς αιτίες των τύψεών μου και σεβάσου με όσο χρειάζεται για να μην εικάσεις άλλες. 
Ιερέας: Πού σας παρασύρουν τα λάθη σας, πού σας οδηγούν οι σοφιστείες σας! Αποδίδετε στο δημιούργημα όλη τη δύναμη του δημιουργού και δεν βλέπετε ότι οι άτυχες αυτές κλίσεις που σας έβγαλαν από τον ίσιο δρόμο είναι αποτελέσματα της διεφθαρμένης αυτής φύσης στην οποία εσείς προσδίδετε την παντοδυναμία. 
Ετοιμοθάνατος: Φίλε, μου φαίνεται ότι η διαλεκτική σου είναι εξίσου φαύλη με το πνεύμα σου. Θα ήθελα να συλλογίζεσαι πιο ορθά, ειδάλλως άφησέ με να πεθάνω εν ειρήνη. Τί αποκαλείς δημιουργό και τί διεφθαρμένη φύση; 
Ιερέας: Δημιουργός είναι ο Κύριος του σύμπαντος, εκείνος που δημιούργησε, που έπλασε τα πάντα και που τα συντηρεί όλα με μια απλή εφαρμογή της παντοδυναμίας του. 
Ετοιμοθάνατος: Σπουδαίος άντρας, πράγματι! Και για πες μου, λοιπόν, γιατί αυτός ο τόσο δυνατός έπλασε κατά τη γνώμη σου μια διεφθαρμένη φύση; 
Ιερέας: Ποιά θα ήταν η αξία των ανθρώπων αν δεν τους είχε αφήσει ο Θεός την ελεύθερη βούληση; Και ποια η αξία της απόλαυσής της αν δεν υπήρχε στη γη η δυνατότητα του να πράττει κανείς το καλό και να αποφεύγει το κακό; 
Ετοιμοθάνατος: Ώστε λοιπόν ο θεός σου θέλησε να τα κάνει όλα στραβά μόνο και μόνο για να βάλει σε πειρασμό να δοκιμάσει το δημιούργημά του; Δεν γνώριζε τον άνθρωπο εξαρχής; Δεν φανταζόταν το αποτέλεσμα; 
Ιερέας: Τον γνώριζε, προφανώς, αλλά, και πάλι επίτηδες, ήθελε να του αφήσει την δυνατότητα της επιλογής. 
Ετοιμοθάνατος: Σε τι ωφελούσε αυτό, αφού γνώριζε ποια πορεία θα ακολουθούσε το δημιούργημά του, και μόνον εκείνος -από τη στιγμή που ισχυρίζεσαι ότι είναι παντοδύναμος- μόνον εκείνος, λέω, θα μπορούσε να το οδηγήσει στον ίσιο δρόμο; 
Ιερέας: Ποιος μπορεί να κατανοήσει τις απέραντες και αστείρευτες βουλές του Κυρίου ως προς τον άνθρωπο και ποιος μπορεί να κατανοήσει όλα όσα βλέπουμε! 
Ετοιμοθάνατος: Εκείνος που απλοποιεί τα πράγματα, φίλε μου, ιδίως εκείνος που δεν συσσωρεύει αίτια για να θολώσει τα αποτελέσματα. Προς τι ένα δεύτερο πρόβλημα όταν δεν μπορείς να επιλύσεις το πρώτο; Και, από τη στιγμή που είναι πιθανόν η φύση να έπλασε από μόνη της ό,τι εσύ αποδίδεις στον θεό σου, τι τον χρειάζεσαι τον Κύριο σου; Το αίτιο που εσύ δεν κατανοείς είναι ίσως και το απλούστερο πράγμα του κόσμου. Τελειοποίησε τη φυσιογνωσία σου και θα καταλάβεις καλύτερα τη φύση. Εξάγνισε τη λογική σου, απόδιωξε τις προκαταλήψεις σου και δεν θα τον έχεις πια ανάγκη τον θεό σου. 
Ιερέας: Δυστυχισμένε, νόμιζα ότι ήσουν απλώς σοκινιανός και πως διέθετα τα όπλα να σε πολεμήσω, βλέπω όμως καλά ότι είσαι άθεος και, από τη στιγμή που η καρδιά σου μένει σφραγισμένη στην απεραντοσύνη των γνήσιων αποδείξεων που λαμβάνουμε καθημερινώς ως προς την ύπαρξη του Πλάστη, δεν έχω τίποτε άλλο να σου πω. Δεν χαρίζει κανείς το φως σε έναν τυφλό. 
Ετοιμοθάνατος: Φίλε μου, δέξου το εξής: Περισσότερο τυφλός είναι εκείνος που δένει έναν επίδεσμο στα μάτια του παρά εκείνος που τον αφαιρεί. Προσηλυτίζεις, επινοείς, συσσωρεύεις. Εγώ καταστρέφω, απλοποιώ. Το ένα σου λάθος ακολουθεί το άλλο. Εγώ τα πολεμάω όλα. Ποιος από τους δυο μας είναι ο τυφλός; 
Ιερέας: Δεν πιστεύετε λοιπόν διόλου στον Θεό; 
Ετοιμοθάνατος: Όχι. Και για έναν απλούστατο λόγο: Διότι είναι εντελώς αδύνατον να πιστέψει κανείς σε ό,τι δεν κατανοεί. Η πίστη και η κατανόηση πρέπει να έχουν άμεση σχέση η κατανόηση είναι η βασική τροφή της πίστης. Όπου δεν δρα η κατανόηση, η πίστη είναι νεκρή, κι εκείνοι που, σ' αυτήν την περίπτωση, ισχυρίζονται ότι τη διαθέτουν, ουσιαστικά το κάνουν προς δημιουργία εντυπώσεων. Σε προκαλώ, εσένα τον ίδιο, να πιστέψεις στον θεό που μου κηρύττεις, έτσι, χωρίς να μου δώσεις αποδείξεις, διότι δεν εναπόκειται σ' εσένα να τον ορίσεις και συνεπώς δεν τον κατανοείς. Και από τη στιγμή που δεν τον κατανοείς, δεν μπορείς να μου δώσεις ούτε ένα λογικό επιχείρημα. Με δυο λόγια, ό,τι ξεπερνά τα όρια του ανθρώπινου νου είναι ή χιμαιρικό ή ανώφελο. Αφού λοιπόν ο θεός σου δεν μπορεί παρά να είναι ή το ένα ή το άλλο, στην πρώτη περίπτωση θα ήμουν τρελός να πιστέψω και στη δεύτερη ανόητος. Απόδειξέ μου, φίλε μου, την αδράνεια της ύλης κα θα παραδεχτώ τον πλάστη. Απόδειξέ μου ότι η φύση δεν είναι αυτάρκης και θα σου επιτρέψω να της προσδώσεις έναν δημιουργό. Μέχρι τότε μην περιμένεις τίποτε από εμένα, πιστεύω μόνο στο αυτονόητο και το εισπράττω μονάχα με τις αισθήσεις μου. Εκεί που εκείνες σταματούν, η πίστη μου είναι ανίσχυρη. Τον ήλιο τον πιστεύω γιατί τον βλέπω, τον αντιλαμβάνομαι ως σημείο συγκέντρωσης όλης της εύφλεκτης ύλης της φύσης, και η περιοδική πορεία του μου αρέσει δίχως να με εκπλήσσει. Είναι ίσως μια φυσική διαδικασία εξίσου απλή με τον ηλεκτρισμό, που δεν μας είναι όμως κατανοητή. Τί μου χρειάζεται να εμβαθύνω; Και να μου τοποθετήσεις τον θεό σου ψηλότερα από όλα αυτά, εγώ θα έχω προχωρήσει σε κάτι; Δεν θα μου χρειάζεται η ίδια προσπάθεια για να κατανοήσω τον εργάτη και να ορίσω το έργο; Συνεπώς δεν με βοήθησες σε τίποτε με τη θεμελίωση της χίμαιράς σου, θόλωσες το πνεύμα μου, δεν το διαφώτισες και οφείλω να σε μισώ αντί να σε ευγνωμονώ. Ο θεός σου είναι μια μηχανή που την κατασκεύασες για να εξυπηρετήσεις τα πάθη σου και την έκανες να κινείται σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, από τη στιγμή όμως που παρενοχλεί τα δικά μου, δέξου κι εγώ να την ανατρέψω. Και την ώρα που η αδύναμη ψυχή μου έχει ανάγκη από ηρεμία και στοχασμό, μην έρχεσαι και την τρομοκρατείς με τα σοφίσματά σου που θα τη φόβιζαν δίχως να την πείσουν, θα την ερέθιζαν δίχως να τη βελτιώσουν. Φίλε μου, ετούτη η ψυχή είναι ότι θέλησε η φύση, το αποτέλεσμα δηλαδή των οργάνων που εκείνη εδέησε να μου δώσει σύμφωνα με τις βλέψεις και τις ανάγκες της. Και καθώς έχει ανάγκη εξίσου και το βίτσιο και την αρετή, όποτε της άρεσε να με ωθήσει στο πρώτο, το έκανε, και όταν θέλησε το δεύτερο, μου ενέπνευσε την επιθυμία κι εγώ αφέθηκα όπως και να είχε. Μόνο στους δικούς της νόμους να αναζητάς την εξήγηση της ανθρώπινης αστάθειας και ποτέ μην αναζητάς στους νόμους της άλλες αρχές έκτος από τη βούληση και τις ανάγκες της. 
Ιερέας: Έτσι λοιπόν τα πάντα είναι απαραίτητα στον κόσμο; 
Ετοιμοθάνατος: Ασφαλώς. 
Ιερέας: Αλλά, αν είναι όλα απαραίτητα, όλα λοιπόν είναι και σε τάξη; 
Ετοιμοθάνατος: Ποιος σου λέει το αντίθετο; 
Ιερέας: Και ποιος μπορεί να τα βάλει όλα σε τάξη, αν όχι ένα πανίσχυρο και σοφότατο χέρι; 
Ετοιμοθάνατος: Δεν είναι απαραίτητο να καεί το μπαρούτι όταν του βάζεις φωτιά; 
Ιερέας: Ναι. 
Ετοιμοθάνατος: Και τι σοφία βρίσκεις σ' αυτό; 
Ιερέας: Καμία. 
Ετοιμοθάνατος: Είναι λοιπόν δυνατόν να υπάρχουν απαραίτητα πράγματα χωρίς καμία σοφία και, κατά συνέπεια, είναι δυνατόν τα πάντα να απορρέουν από ένα πρωταρχικό αίτιο δίχως να υπάρχει σ' αυτό ούτε λογική ούτε σοφία. 
Ιερέας: Πού θέλετε να καταλήξετε; 
Ετοιμοθάνατος: Να σου αποδείξω ότι όλα μπορούν να είναι αυτό που είναι και αυτό που βλέπεις δίχως κανένα σοφό και λογικό αίτιο να τα καθοδηγεί και πώς τα φυσικά αποτελέσματα πρέπει να έχουν φυσικά αίτια χωρίς να υπάρχει ανάγκη να τους προσδίδουμε αφύσικα, σαν τον Θεό σου, ο οποίος, όπως στο έχω ήδη πει, θα έχρηζε εξήγησης δίχως ο ίδιος να προσφέρει καμία. Και, κατά συνέπεια, από τη στιγμή που ο θεός σου δεν είναι καλός σε τίποτε, είναι άχρηστος εντελώς. Και φαίνεται σαφώς πώς ό,τι είναι άχρηστο είναι μηδαμινό και ό,τι είναι μηδαμινό είναι μηδέν. Έτσι, για να πειστώ ότι ο θεός σου είναι χίμαιρα, δεν χρειάζομαι άλλον συλλογισμό από τη βεβαιότητα της αχρηστίας του. 
Ιερέας: Υπό αυτήν τη σκοπιά, δεν μου φαίνεται απαραίτητο να σας μιλήσω για θρησκεία. 
Ετοιμοθάνατος: Γιατί όχι; Τίποτε δεν με διασκεδάζει περισσότερο από την απόδειξη της υπερβολής στην οποία οι άνθρωποι κατόρθωσαν να φτάσουν το φανατισμό και τη βλακεία. Πρόκειται για εκείνες τις τόσο υπέρμετρες παρεκκλίσεις που η εικόνα τους, κατά τη γνώμη μου, παρ' ότι αποτρόπαιη, παραμένει ενδιαφέρουσα. Απάντησέ μου ειλικρινά και ιδίως, βάλε στην άκρη τον εγωισμό. Αν ήμουν τόσο αδύναμος ώστε να πιαστώ στα δίχτυα του γελοίου σου συστήματος πάνω στη θρυλική ύπαρξη του όντος που κάνει απαραίτητη τη θρησκεία, με ποια μορφή θα με συμβούλευες να του προσφέρω την αφοσίωσή μου; Θα προτιμούσες να αποδεχτώ τα παραληρήματα του Κομφούκιου ή τους παραλογισμούς του Βράχμα; Να αποδεχτώ τον μεγάλο Όφη των Νέγρων, το Αστέρι των Περουβιανών ή τον θεό των στρατιών του Μωυσή; Σε ποια σέκτα του Μωάμεθ θα ήθελες να πάω; Σε ποια χριστιανική αίρεση θα ήταν προτιμότερο, κατά τη γνώμη σου; Πρόσεξε τι θα απαντήσεις. 
Ιερέας: Θέλει κι ερώτημα; 
Ετοιμοθάνατος: Να, λοιπόν, που απαντάς εγωιστικά. 
Ιερέας: Όχι σε συμβουλεύω αυτό που πιστεύω γιατί σ' αγαπώ όσο και τον εαυτό μου. 
Ετοιμοθάνατος: Και αγαπιόμαστε πολύ λίγο και οι δυο όταν ακούμε τέτοιες πλάνες. 
Ιερέας: Δεν το πιστεύω! Ποιος μπορεί να παραμένει τυφλός μπροστά στα θαύματα του θεϊκού λυτρωτή μας; 
Ετοιμοθάνατος: Εκείνος που βλέπει σ' αυτόν τον πιο συνηθισμένο από όλους τους απατεώνες και τον πιο επίπεδο από όλους τους αγύρτες. 
Ιερέας: Ω θεοί, τον ακούτε και δεν ρίχνετε τους κεραυνούς σας! 
Ετοιμοθάνατος: Όχι, φίλε μου, η πλάση ησυχάζει γιατί ο θεός σου, είτε από ανικανότητα είτε από λογική είτε από ό,τι κι αν θελήσεις επιτέλους να υπάρχει μέσα σε ένα ον που εγώ το δέχομαι μονάχα μια στιγμή για χάρη σου, ή, αν προτιμάς, για να υποστηρίξω τα μικροσυμφέροντα σου, ο θεός σου λοιπόν, λέω, αν υπάρχει, όπως εσύ έχεις την τρέλα να πιστεύεις, δεν μπορεί να χρησιμοποίησε τόσο γελοίους τρόπους για να μας πείσει όσο αφήνει να εννοηθούν ο Ιησούς σου. 
Ιερέας: Και τί; Οι προφητείες, τα θαύματα, οι μάρτυρες, όλα αυτά δεν είναι αποδείξεις; 
Ετοιμοθάνατος: Πώς θέλεις να δεχτώ λογικά ως απόδειξη κάτι που χρήζει αποδείξεως; Για να γίνει απόδειξη ή προφητεία θα πρέπει να έχω πρώτα την πλήρη βεβαιότητα ότι υπήρξε. Καθώς όμως έχει καταγραφεί από την ιστορία, δεν μπορεί να ασκεί σε μένα άλλη δύναμη από τα υπόλοιπα ιστορικά γεγονότα, εκ των οποίων τα τρία τέταρτα είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενα. Αν προσθέσω επίσης και την, κάτι παραπάνω από βάσιμη, υποψία ότι όλα αυτά μου έχουν μεταδοθεί από ιδιοτελείς ιστορικούς, θα έχω, όπως βλέπεις, ακόμη περισσότερο το δικαίωμα να αμφιβάλλω. Εξάλλου, ποιος θα με διαβεβαιώσει ότι αυτή η προφητεία δεν έγινε εκ των υστέρων; Πώς δεν ήταν αποτέλεσμα συνδυασμών της πλέον απλής πολιτικής, σαν την καλή βασιλεία με έναν δίκαιο βασιλιά και την αμβροσία για τους θεούς του Ολύμπου; Και, αν συμβαίνουν όλα αυτά, πώς θέλεις η προφητεία, η οποία χρήζει βαθύτατα αποδείξεως, να κατορθώσει να αποτελέσει η ίδια απόδειξη; Όσο για τα θαύματά σου, δεν μου υπαγορεύουν κάτι παραπάνω. Όλοι οι απατεώνες έκαναν θαύματα, όλοι οι ανόητοι τα πίστευαν. Για να πειστώ ως προς την αλήθεια ενός θαύματος, θα έπρεπε να έχω τη σαφή βεβαιότητα ότι το γεγονός που εσείς αποκαλείτε έτσι αντιβαίνει εντελώς στους νόμους της φύσης, διότι μόνον ό,τι βρίσκεται έξω από αυτήν μπορεί να θεωρηθεί θαύμα: και ποιος τη γνωρίζει τόσο καλά ώστε να τολμήσει να δηλώσει πως αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου εκείνη σταματά και ακριβώς αυτό στο οποίο παραβιάζεται; Χρειάζονται δύο πράγματα για να διαπιστωθεί ένα υποτιθέμενο θαύμα: Ένας ταχυδακτυλουργός και γυναικούλες. Άσ' το. Ποτέ μην αναζητάς άλλη προέλευση στα δικά σου, όλοι οι νεότεροι προφήτες έχουν κάνει θαύματα και το πιο παράδοξο είναι πώς όλοι τους βρήκαν ηλίθιους που τους πίστεψαν. Ο Ιησούς σου δεν έκανε τίποτε πιο παράδοξο από τον Απολλώνιο τον Τυανέα, κι όμως αυτόν κανείς δεν τολμά να τον θεωρήσει θεό. Όσο για τους μάρτυρές σου, είναι σίγουρα το πιο αδύναμο επιχείρημα σου. Ενθουσιασμός και αντίσταση χρειάζονται για να κατασκευαστούν και όσο η αντίθετη πλευρά μου προσφέρει ό,τι και η δική σου, δεν θα είμαι ποτέ επαρκώς σε θέση ώστε να πιστέψω ότι η μία είναι καλύτερη από την άλλη, θα είμαι όμως αντιθέτως εντελώς σε θέση να τις θεωρήσω και τις δυο αξιοθρήνητες. Αχ, φίλε μου, αν ήταν αλήθεια ότι υπάρχει ο Θεός που διακηρύττεις, θα είχε ανάγκη από θαύματα, μάρτυρες και προφητείες για να θεμελιώσει την αυτοκρατορία του; Και αν, καθώς λες, η καρδιά του ανθρώπου ήταν έργο του, δεν θα την είχε επιλέξει ως άδυτο του νόμου του; Αυτός ο αναλλοίωτος νόμος, αφού θα προερχόταν από έναν δίκαιο θεό, θα βρισκόταν ακαταμάχητα χαραγμένος σε όλους, και εξίσου αναλλοίωτα από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Καθώς όλοι οι άνθρωποι θα έμοιαζαν μέσω αυτού του λεπτεπίλεπτου και ευαίσθητου οργάνου, θα έμοιαζαν επίσης και λόγω των τιμών που θα χάριζαν στον θεό από τον οποίο και θα το κατείχαν. Όλοι θα είχαν μόνο έναν τρόπο να τον αγαπούν, έναν τρόπο να τον λατρεύουν ή να τον υπηρετούν και θα τους ήταν εξίσου αδύνατο να απαρνηθούν αυτόν τον Θεό όσο και να αντισταθούν στην κρυφή κλίση της λατρείας του. Αντί γι' αυτό, τί βλέπω στο σύμπαν; Τόσους θεούς όσες και χώρες, τόσους τρόπους να υπηρετούν οι άνθρωποι τον θεό τους όσα και κεφάλια και διαφορετικές φαντασίες. Και αυτή η πολλαπλότητα απόψεων, από την οποία μου είναι εκ φύσεως αδύνατο να επιλέξω κάτι, αποτελεί, κατά τη γνώμη σου, έργο ενός δίκαιου θεού; Άσ' το, κληρικέ, προσβάλλεις τον θεό σου παρουσιάζοντάς τον μου μ' αυτόν τον τρόπο. Άφησέ με να τον αρνηθώ εντελώς διότι, αν υπάρχει, τότε τον προσβάλλω πολύ λιγότερο με την έλλειψη πίστης μου από ό,τι εσύ με τις βλασφημίες σου. Λογικέψου, κληρικέ. Ο Ιησούς σου δεν αξίζει παραπάνω από τον Μωάμεθ, ούτε ο Μωάμεθ από τον Μωυσή, και οι τρεις μαζί δεν αξίζουν περισσότερο από τον Κομφούκιο, ο οποίος τουλάχιστον δίδαξε κάποιες καλές αρχές, ενώ οι υπόλοιποι παραλογίζονταν. Γενικά όμως, όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι μονάχα απατεώνες, που ο φιλόσοφος τους εμπαίζει, ο φτωχός λαός τους πίστεψε και η δικαιοσύνη θα έπρεπε να τους είχε κρεμάσει. 
Ιερέας: Αλίμονο, με τον έναν το έκανε και με το παραπάνω! 
Ετοιμοθάνατος: Αυτός το χρειαζόταν περισσότερο απ' όλους. Ήταν στασιαστής, ταραξίας, συκοφάντης, απατεώνας, άσωτος, χονδροειδής χωρατατζής, επικίνδυνος κακός, διέθετε την τέχνη της υποβολής στον λαό, ήταν συνεπώς άξιος τιμωρίας σε ένα βασίλειο στην κατάσταση που βρισκόταν τότε το κράτος της Ιερουσαλήμ. Πολύ σοφά λοιπόν τον ξεφορτώθηκαν και ίσως είναι η μοναδική περίπτωση που οι απόψεις μου (διαλλακτικές και ανεκτικές κατά τα άλλα) χαιρέτισαν την αυστηρότητα της Θέμιδος. Συγχωρώ όλα τα λάθη εκτός από εκείνα που μπορούν να αποβούν επικίνδυνα για την κυβέρνηση κάτω από την οποία ζούμε. Μονάχα οι βασιλείς και η μεγαλειότητά τους με εντυπωσιάζουν, μόνο εκείνους σέβομαι, και όποιος δεν αγαπά τη χώρα και τον βασιλιά του δεν είναι άξιος να ζει. 
Ιερέας: Μα επιτέλους δεν μπορεί να μη δέχεστε πως υπάρχει κάτι μετά από τούτη τη ζωή! Είναι αδύνατο να μην ενδιαφέρθηκε ποτέ το πνεύμα σας να διαπεράσει τα πυκνά σκοτάδια της τύχης που μας περιμένει: και ποιο σύστημα θα μπορούσε να το ικανοποιήσει καλύτερα εκτός από μια πληθώρα τιμωριών για όποιον ζει άτιμα και από μια αιωνιότητα ανταμοιβών για όποιον ζει έντιμα; 
Ετοιμοθάνατος: Ποια τύχη, φίλε μου; Για το κενό μιλάμε, βέβαια. Ποτέ του δεν με φόβισε και δεν βλέπω σ' αυτό τίποτε το παρηγορητικό ούτε και αγαθό. Τα υπόλοιπα είναι αποκυήματα της υπεροψίας, μόνον αυτό ανήκει στη λογική. Εξάλλου, δεν είναι ούτε φριχτό ούτε απόλυτο αυτό το κενό. Μήπως δεν έχω εμπρός στα μάτια μου τα παραδείγματα των γενεών και των αναγεννήσεων της φύσης; Τίποτε δεν αφανίζεται, φίλε μου, τίποτε δεν καταστρέφεται στον κόσμο. Σήμερα άνθρωπος, αύριο σκουλήκι, μεθαύριο μύγα, όλα αυτά δεν είναι ζωή; Και γιατί θέλεις να ανταμειφθώ για αρετές που δεν τις άξιζα ποτέ, ή να τιμωρηθώ για εγκλήματα που δεν τα έχω διαπράξει; Μπορείς να συντονίσεις την καλοσύνη του υποτιθέμενου θεού σου με αυτό εδώ το σύστημα, και μπορεί εκείνος να θέλησε να με πλάσει για να απολαύσει την ευχαρίστηση της τιμωρίας μου, και όλα αυτά ως επακόλουθα μιας επιλογής την οποία δεν με αφήνει να την ορίσω; 
Ιερέας: Την ορίζετε. 
Ετοιμοθάνατος: Ναι, σύμφωνα με τις προκαταλήψεις σου. Η λογική όμως τις γκρεμίζει, και το σύστημα της ανθρώπινης ελευθερίας επινοήθηκε μόνο και μόνο για να κατασκευαστεί το αντίστοιχο της θείας χάρης, το οποίο και ευνοούσε τις ονειροπολήσεις σας. Ποιος άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο, βλέποντας τη λαιμητόμο πλάι στο έγκλημα, θα το διέπραττε αν ήταν ελεύθερος να μην το διαπράξει; Παρασυρόμαστε από μια ακατανίκητη δύναμη, και ούτε μια στιγμή δεν είμαστε ικανοί να αποφασίσουμε τίποτε άλλο εκτός από την κλίση μας. Δεν υπάρχει ούτε μια αρετή που να μην είναι απαραίτητη στη φύση, ούτε ένα έγκλημα που να μην το έχει εκείνη ανάγκη, και η διατήρηση της τέλειας ισορροπίας ανάμεσα σε αυτά τα δυο αποτελεί και τη σοφία της. Μπορούμε όμως να είμαστε ένοχοι για την πλευρά της πλάστιγγας που θα μας ρίξει; Όχι περισσότερο από τη σφήκα που έρχεται να βυθίσει το κεντρί της στο δέρμα σου. 
Ιερέας: Έτσι, λοιπόν, και το μεγαλύτερο έγκλημα δεν πρέπει να μας εμπνέει καμία φρίκη; 
Ετοιμοθάνατος: Δεν λέω αυτό. Αρκεί όμως να το καταδικάσει o νόμος και να το τιμωρήσει η ρομφαία της δικαιοσύνης ώστε να μας εμπνεύσει απομάκρυνση ή τρόμο, από τη στιγμή ωστόσο που έχει, δυστυχώς, διαπραχθεί, πρέπει να ξέρει κανείς να αναλαμβάνει τις ευθύνες του και να μην παραδίδεται στις στείρες τύψεις. Τα αποτελέσματά τους είναι μάταια, εφόσον δεν μπόρεσαν να μας προφυλάξουν. Μηδαμινά, εφόσον δεν αποτελούν αποκατάσταση. Είναι λοιπόν παράλογο να παραδίδεται κανείς σε αυτές και ακόμη πιο παράλογο να φοβάται μην τιμωρηθεί στον άλλον κόσμο, αν έχει την τύχη να αποφύγει την τιμωρία σ' αυτόν εδώ. Προς θεού, με αυτά τα λόγια δεν θέλω να ενθαρρύνω το έγκλημα! Πρέπει ασφαλώς να το αποφεύγουμε, όσο μπορούμε, πρέπει όμως να μας απομακρύνει από αυτό η λογική και όχι λανθασμένοι φόβοι που δεν καταλήγουν πουθενά, και που η επήρειά τους διαλύεται σύντομα σε μια κάπως θαρραλέα ψυχή. Η λογική, φίλε μου, και μόνο η λογική πρέπει να μας προειδοποιεί ότι το να βλάπτουμε τους όμοιούς μας δεν μπορεί ποτέ να μας κάνει ευτυχείς. Όσο για την καρδιά, μας λέει ότι το να συμβάλλουμε στην ευδαιμονία τους είναι η μεγαλύτερη ευδαιμονία που μας έχει χαρίσει η φύση επί της γης. Όλη η ανθρώπινη ηθική περικλείεται σε αυτή τη φράση: «Κάνε τους άλλους τόσο ευτυχείς όσο επιθυμείς να είσαι και μην τους κάνεις ποτέ περισσότερο κακό από εκείνο που θα ήθελες να σου κάνουν». Αυτές, φίλε μου, είναι οι μοναδικές αρχές που θα πρέπει να ακολουθούμε και δεν χρειάζεται ούτε θρησκεία ούτε θεός για να το απολαύσει και να το αποδεχτεί κανείς: χρειάζεται μονάχα καλή καρδιά. Νιώθω όμως ότι αποδυναμώνομαι, κληρικέ. Άφησε τις προκαταλήψεις σου, γίνε άντρας, γίνε ανθρώπινος, δίχως φόβο και προσδοκία. Άφησε έξω τους θεούς και τις θρησκείες σου. Όλα αυτά είναι για να οπλίζουν το χέρι των ανθρώπων. Και μόνο στο όνομα αυτών των φρικαλεοτήτων χύθηκε περισσότερο αίμα στη γη από όλους τους άλλους πολέμους και τις μάστιγες μαζί. Απαρνήσου την ιδέα ενός άλλου κόσμου, δεν υπάρχει. Μην απαρνηθείς όμως την απόλαυση της ευτυχίας και την υλοποίησή της. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος που σου προσφέρει ή φύση για να ζευγαρώσεις την ύπαρξή σου ή να την εξαπλώσεις Φίλε μου, η ηδονή υπήρξε πάντοτε το πολυτιμότερο αγαθό μου. Σε όλη μου τη ζωή της άναβα καντήλι, τώρα θέλω εγώ να σβήσω στα χέρια της. Το τέλος μου πλησιάζει Έξι γυναίκες ωραιότερες κι από το φως της μέρας βρίσκονται στο διπλανό δωματιάκι. Τις φύλαγα για τούτη τη στιγμή. Πάρε το μερίδιό σου, προσπάθησε, όπως κι εγώ, να ξεχάσεις στα στήθη τους όλες τις μάταιες σοφιστείες της προκατάληψης και όλα τα ανόητα λάθη της υποκρισίας. 
(Ο ετοιμοθάνατος χτυπά το κουδουνάκι, οι γυναίκες μπαίνουν, και ο κληρικός γίνεται στην αγκαλιά τους ένας άνθρωπος διεφθαρμένος από τη φύση, καθώς δεν κατορθώνει να εξηγήσει τι σημαίνει «φύση διεφθαρμένη»). 
ΤΕΛΟΣ
Tags: σκεπτικισμός, φιλοσοφία

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ
07 Ιου 2011 1 Σχόλιο

Ένα από τα κυρίαρχα δόγματα του Χριστιανισμού είναι εκείνο της «Ανάστασης του Ιησού». Από τους πιστούς θεωρείται ως η μεγαλύτερη απόδειξη για την θεϊκή φύση του Χριστού. Η ιστορική αλήθεια, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Από τα αρχαία κείμενα πληροφορούμαστε, ότι στο σύνολο τους οι αρχαίες θρησκείες πίστευαν σε θεούς που είχαν πεθάνει και στη συνέχεια αναστηθεί. 
Ο Πλούταρχος, αναφέρει: 

«Οι Φρύγες, επίσης, που πίστευαν ότι ο θεός κοιμάται τον χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι είναι ξυπνητός, έκαναν βακχικές τελετές προς τιμήν του, τον χειμώνα τους κατευνασμούς και το καλοκαίρι τις ανεγέρσεις. Οι Παφλαγόνες, τέλος, ισχυρίζονται ότι τον χειμώνα είναι ο θεός δεμένος και φυλακισμένος, ενώ την άνοιξη κινείται και ελευθερώνεται» 
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378E). 
Που οφειλόταν, άραγε αυτή η πανάρχαια πεποίθηση ότι ο θεός αναγεννιέται την Άνοιξη; Ο Πλούταρχος, το αποδίδει στην ίδια την φύση της εποχής: 
«Η ίδια η εποχή υποβάλλει τη σκέψη πως η κατήφεια οφείλεται στην εξαφάνιση των καρπών, τους οποίους οι παλιοί δεν θεωρούσαν βέβαια θεούς, αλλά δώρα των θεών αναγκαία και μεγάλα για να μη ζούμε σαν τα άγρια θηρία. Την εποχή, λοιπόν, που έβλεπαν από τη μια τους καρπούς να εξαφανίζονται εντελώς από τα δέντρα και να λείπουν, ενώ, από την άλλη, οι ίδιοι τους φύτευαν με πολλή δυσκολία και μεγάλα προβλήματα ξύνοντας τη γη με τα χέρια και με τα χέρια καλύπτοντάς τους πάλι, βάζοντας τους εκεί, χωρίς να ξέρουν, αν θα εμφανιστούν ξανά, έκαναν πράγματα παρόμοια με εκείνα που κάνουν όσοι θάβουν τους νεκρούς και τους πενθούν. Έπειτα, όπως εμείς λέμε γι' αυτόν που αγοράζει τα βιβλία του Πλάτωνα ότι αγοράζει Πλάτωνα και όποιον παρουσιάζει τα ποιήματα του Μενάνδρου ότι παίζει Μένανδρο, έτσι κι εκείνοι δεν δίσταζαν να ονομάσουν τα δώρα και τα έργα των θεών με τα ονόματα των θεών, τιμώντας τα, επειδή τους ήταν αναγκαία, και λατρεύοντάς τα. 

Οι επόμενοι όμως, απαίδευτοι και αμαθείς, τα παραλάμβαναν, κατ' αντιστροφή απέδιδαν τα παθήματα των καρπών στους θεούς και δεν αποκαλούσαν μόνον, αλλά και πίστευαν, την εμφάνιση και την εξαφάνιση των αναγκαίων καρπών ως γέννηση και θάνατο των θεών, γεμίζοντας έτσι το μυαλό τους με άτοπες, αυθαίρετες και συγκεχυμένες δοξασίες, μολονότι έβλεπαν καθαρά το άτοπο και τον παραλογισμό. Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς αλλά ότι είναι γελοίο να τους θρηνούν και συνάμα να προσεύχονται στους καρπούς (σαν σε θεούς) να ξαναφανούν πάλι και να ωριμάσουν για χάρη τους, ώστε να τους καταναλώσουν πάλι και να τους θρηνούν. (71) Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, αλλά θρηνούν τους καρπούς και προσεύχονται στους θεούς, που τους γεννούν και τους δωρίζουν, να δημιουργήσουν πάλι άλλους καινούριους και να τους κάνουν να φυτρώσουν στη θέση εκείνων που χάθηκαν. Για τούτο πολύ σωστά λένε οι φιλόσοφοι πως όσοι δεν ασκούνται να καταλάβουν σωστά τις λέξεις, χρησιμοποιούν λανθασμένα τα πράγματα» 
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 379A έως C). 

Ο Πλούταρχος, λοιπόν, υποστηρίζει, ότι η ανάσταση του θεού συμβολίζει την αναγέννηση της φύσης ύστερα από τον χειμερινό της λήθαργο. 
Ο Μανίλιος μας πληροφορεί, ότι τα άστρα που θεωρούνταν και θεοί, όταν έδυαν και χάνονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα έκαναν τους απλούς ανθρώπους να πιστεύουν, ότι ο θεός (άστρο) ήταν νεκρός. Κατά την επιτολή του άστρου, έλεγαν, ότι ο θεός με τον οποίον ταυτιζόταν είχε αναστηθεί ή είχε γεννηθεί : 

«Οι άνθρωποι κοίταζαν την εξωτερική εμφάνιση της δημιουργίας δίχως να την καταλαβαίνουν. με κατάπληξη έβλεπαν το καινούργιο φως του σύμπαντος. Μερικές φορές θρηνούσαν επειδή πίστευαν πως το είχαν χάσει. ύστερα πάλι χαίρονταν επειδή τα άστρα έμοιαζαν να ξαναγεννιούνται [ακολουθεί αβέβαιο κείμενο]» 
(Μανίλιος, «Αστρονομικόν», 1.25-112). 

Το ίδιο ίσχυε και με τις τελετές του αστέρα Σείριου. Το άστρο αυτό ταυτιζόταν από τους Αιγυπτίους με τον Όσιρι και από τους Έλληνες με τον Διόνυσο. Επίσης, το ίδιο το ταύτιζαν οι Αιγύπτιοι με την Ίσιδα και οι Έλληνες με την Αθηνά. Τις πληροφορίες αυτές μας διασώζει ο Πλούταρχος στο «Περί Ίσιδος και Οσίριδος». 
Σήμερα ξέρουμε, ότι στις 24 Ιουλίου κατά την επιτολή του Σείριου στην Αθήνα γιορταζόταν η γέννηση της θεάς Αθηνάς και το άστρο αυτό ευθυγραμμιζόταν με τον σηκό του Παρθενώνα της Ακρόπολης των Αθηνών. 
Επίσης, τόσο οι Αιγύπτιοι όσο και οι Έλληνες, πίστευαν, ότι ο Όσιρις Διόνυσος είχε πεθάνει και στην συνέχεια αναστηθεί: 

«Συν τοις άλλοις, οι μύθοι για τους Τιτάνες και τα λεγόμενα Νυκτέλια έχουν αντιστοιχίες με το διαμελισμό του Οσίριδος, την ανάσταση και την αναγέννηση του. Το ίδιο και τα περί της ταφής, γιατί όπως οι Αιγύπτιοι, σύμφωνα με όσα ήδη έχουν λεχθεί, δείχνουν σε πολλά σημεία φέρετρα του Οσίριδος, έτσι και οι κάτοικοι των Δελφών πιστεύουν ότι τα λείψανα του Διονύσου απόκεινται στην πόλη τους» 
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 364F). 
Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν, ότι κάθε άνθρωπος αποτελείται από το Νοητό (θεϊκό στοιχείο) και από την Ύλη. Το πρώτο, για λόγους που δεν είναι απαραίτητο να αναφερθούν εδώ, έπρεπε να αφυπνισθεί. Η διαδικασία αυτή, αφύπνισης του εσωτερικού θείου, συμβολιζόταν μέσα από τα μυστήρια και τις τελετές της ανάστασης. Η αναγέννηση του Θείου, ήταν πρωτίστως μία εσωτερική νίκη του ανθρώπου η οποία εξελισσόταν στην οδό που στο τέλος τον ένωνε με το Θείον. Ο κοσμικός άνθρωπος για να το πετύχει αυτό, πρέπει να εναρμονιστεί (Νοητό Ύλη) με τρόπο ανάλογο του σύμπαντος. Ο Πλάτων, λέει σχετικά: 

«Η σωστή φροντίδα για όλα τα πράγματα είναι μία και μοναδική: να προσφέρεις στο καθένα τις οικείες τροφές και κινήσεις. Οικείες όμως και συγγενείς κινήσεις για το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα μας είναι οι σκέψεις και οι περιφορές του σύμπαντος. Αυτές πρέπει να ακολουθούμε όλοι. Και τους δικούς μας κύκλους, που διαστρεβλώθηκαν κατά την γέννηση μας, πρέπει να τους επαναφέρουμε στην ορθή τροχιά μαθαίνοντας την αρμονία και την ομαλή περιφορά του σύμπαντος. Έτσι θα εξομοιώσουμε τη νόηση μας με το αντικείμενο της ομοιότητα σύμφωνη με την πρωταρχική της φύση. Και με την εξομοίωση αυτή θα κατακτήσουμε την προδιαγεγραμμένη άριστη ζωή, έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό που έθεσαν και θα συνεχίσουν να θέτουν πάντα στους ανθρώπους οι θεοί» 
(Πλάτων, «Τίμαιος», 90c). 
Αλλά και στην περσική θρησκεία, ο Ζωροάστρης πέθανε και αναστήθηκε: 

«Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι αυτός ο Ζωροάστρης, δώδεκα μέρες μετά τον θάνατο του, όταν είχε ήδη τοποθετηθεί πάνω στην πυρά, ξαναγύρισε στην ζωή» 
(Κλήμης, «Στρωματείς», Βιβλίο Πέμπτο, σελ 711). 
Στέφανος Μυτιληναίος 
Γιατί οι αρχαίοι Ελληνες ανάσταιναν τους θεούς τους 
Στην αρχαία Ελλάδα, γράφει ο Μ. Τιβέριος, όπως και σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου, απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση. Ο Διόνυσος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα θεού που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο 
Ο Απρίλης είναι ο μήνας στη διάρκεια του οποίου έχουμε την πιο μεγάλη γιορτή των ορθοδόξων Χριστιανών, που είναι τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου. Ιδιαίτερα για τους Ελληνες η γιορτή αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία, αφού αρκετές φορές η Ανάσταση του Θεανθρώπου συσχετίστηκε με την ανάσταση της ίδιας της φυλής, ενώ συγχρόνως τους θύμιζε και πανάρχαια θρησκευτικά και λατρευτικά δρώμενα που η αρχή τους χάνεται στο βάθος των αιώνων, σε χρόνους πολύ πριν από τον ερχομό του Σωτήρα. 
Σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου και στην αρχαία Ελλάδα απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση, όπως π.χ. ο φοινικικός Αδωνις ή ο ελληνικός Διόνυσος. Επειδή μάλιστα συχνά οι τεθνεώτες και αναστάντες αυτοί θεοί συμβαίνει να είναι θεοί της γονιμότητας, πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι η ιδέα αυτή του θανάτου και της ανάστασης εκ νεκρών είναι παρμένη από την ετήσια εναλλαγή των εποχών, όπου το νέκρωμα της φύσης κατά τη διάρκεια του παγερού χειμώνα το διαδέχεται το ξαναζωντάνεμά της κατά τη διάρκεια της ζωοδότρας άνοιξης. Επομένως με τα πάθη αυτά των θεών συμβολίζονται οι λειτουργίες της ίδιας της φύσης και, όπως είναι γνωστό, η πίστη συχνά εκφράζεται με συμβολισμούς. 
Γύρω από τον ετήσιο αυτό αγώνα ανάμεσα στην ακαρπία και την ευφορία της γης υφάνθηκε και ο ιστός αρκετών αρχαίων μυστηριακών τελετών, γι' αυτό ακριβώς και η συνήθης εποχή διεξαγωγής τους ήταν το τέλος του καλοκαιριού ή η αρχή του φθινοπώρου, με τα πρώτα πρωτοβρόχια. Τα μυστήρια, που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση κατά τους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας, υπόσχονταν στους μυημένους σ' αυτά μόνιμη σωτηρία και μια ευτυχισμένη μετά θάνατον ζωή. Ετσι, σε δημόσιες αλλά κυρίως σε απόκρυφες τελετουργίες, οι πιστοί σκηνοθετούσαν τις διάφορες φάσεις αυτού του αγώνα, αναπαριστώντας τις ποικίλες περιπέτειες του πάσχοντος θεού τους. 
Ο θάνατος και η ανάσταση 
Οπως παρατηρεί ο Πλάτων, καθώς ο άνθρωπος πλησιάζει προς τον θάνατο αρχίζει να σκέπτεται για πράγματα που πριν δεν τον απασχολούσαν καθόλου, ενώ συγχρόνως αρχίζει να δίνει πίστη και σε δοξασίες υπερφυσικές. Ετσι και στην αρχαιότητα, πολλοί πίστευαν ότι με τις μυήσεις αυτές θα βοηθηθούν να κερδίσουν την πολυπόθητη αθανασία και ακόμη θα αποκτήσουν τη δυνατότητα και μετά θάνατον «να διασκεδάζουν και να χορεύουν» σε καταπράσινους λειμώνες στον καθαρό αέρα. 
Ορισμένοι θρησκειολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι η κεντρική ιδέα όλων αυτών των μυστηριακών θρησκειών ήταν ο θάνατος και η ανάσταση και έχουν συνδέσει τους σχετικούς μυστηριακούς μύθους με τα πάθη κάποιου θεού. Ετσι έχουμε τον θάνατο του Διονύσου, του Αττεως, του Οσίριδος. Στα μυστήρια που σχετίζονται με τους θεούς αυτούς συναντούμε ακολουθίες πένθους που στη συνέχεια τις διαδέχονται τελετουργίες χαράς και αγαλλίασης. Το αβάστακτο πένθος της Ισιδος για τον φόνο του αγαπημένου της αδελφού και συντρόφου, του Οσίριδος, που τον είχε κατακρεουργήσει ο θεός της σκιάς Σετ (ή Σεθ), σταματά όταν βρίσκει και συναρμολογεί όλα τα διαμελισμένα κομμάτια του, δίνοντάς του ξανά τη ζωή. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς της. Μιμούμενοι τη θεά τους, αναζητούν τον Οσιρι, κτυπώντας με αλαλαγμούς τα στήθη τους. Μόλις ξαναντικρίζουν τον θεό, τότε τον θρήνο τον διαδέχεται ανείπωτη χαρά. Ο Πλούταρχος προτρέπει τα βάσανα της Ισιδας, όπως αναπαριστάνονται στις σχετικές τελετές, να γίνονται μαθήματα ευσέβειας και παρηγοριάς για όλους τους θνητούς που τους βρίσκουν τέτοια κακά. 
Ο Ιούλιος Φίρμικος Ματερνός, πολιτικός και συγγραφέας του 4ου αι. μ.Χ., που αλλαξοπίστησε και έγινε Χριστιανός, μας παραδίδει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σχετικές με παγανιστικές μυστηριακές τελετές. Ετσι ανάμεσα σε άλλα μας περιγράφει και μια σκηνή κατά την οποία μπροστά σε ένα ομοίωμα κάποιου θεού, που κείτονταν νεκρός πάνω σε ένα φορείο, εξελίσσονταν σκηνές οδυρμού και θρήνου. 

Η «επίκλησις» του Διονύσου [στη φωτό αριστερά, το θείον Βρέφος Διόνυσος με φωτοστέφανο] 

Ο Διόνυσος, χωρίς αμφιβολία, ήταν κι αυτός ένας θεός της βλάστησης και σαν τέτοιος ήταν ένας πάσχων θεός, που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ωστόσο τα επεισόδια που σχετίζονται με τον θάνατό του, ο οποίος προκαλούσε τον μαρασμό της φύσης, μπορούμε να πούμε ότι δεν αποτελούσαν σημαντικό μέρος της όλης διήγησης. Εκτός από αναφορές στον βίαιο θάνατό του και τον διαμελισμό του υπήρχαν και παραδόσεις που έκαναν λόγο και για μια ομαλή κατάβασή του στον Αδη, προκειμένου να φέρει στον πάνω κόσμο, στον κόσμο των ζωντανών, τη μάνα του τη Σεμέλη. 
Η κάθοδός του αυτή έγινε από την Αλκυονία λίμνη στη Λέρνα της Αργολίδας, για την οποία υπήρχε παράδοση ότι ήταν απύθμενη. Ετσι κανένας στην αρχαιότητα, ούτε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Νέρων, δεν είχε μπορέσει να μετρήσει το βάθος της. Στους Δελφούς, μέσα στο άδυτο του ναού του Απόλλωνος, «παρά το χρηστήριον», έδειχναν τον τάφο του θεού. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε προς τα τέλη του 1ου αι. π.Χ., μιλά για θρήνους κατά τη διάρκεια «των διονυσιακών παθών». Αλλά για τις τελετουργίες τις σχετικές με τον θάνατό του, όπως άλλωστε και γι' αυτές που σχετίζονται με την ανάστασή του, ξέρουμε λιγοστά πράγματα. Κύρια αιτία ήταν η ευσέβεια των αρχαίων συγγραφέων που δεν ήθελαν να κοινοποιήσουν τίποτε «περί ων ου θέμις τοις αμυήτοις ιστορείν». 
Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο των τελετουργιών που συνδέονται με την ανάσταση του θεού ήταν και το κάλεσμά του, η «επίκλησις», από τους πιστούς του, που τον καλούσαν, ακόμη και με μικρές σάλπιγγες, να ανέβει και να παρουσιαστεί σ' αυτούς. 
Στον κόσμο των Ιώνων η «επιφάνεια» του θεού γινόταν κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων. Ενα σημαντικό δρώμενο της γιορτής αυτής, που είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι γιορταζόταν και αυτή κατά τη διάρκεια της άνοιξης, ήταν ο ερχομός του θεού πάνω σ' ένα τροχοφόρο πλοίο. 
Το ότι ο Διόνυσος ερχόταν με ένα πλεούμενο πιθανόν να οφειλόταν στο ότι ο θεός είχε κατεβεί στον Κάτω Κόσμο μέσα από μια λίμνη, την Αλκυονία. Αλλά και ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του βάζει τον Διόνυσο να κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο από μια περιοχή της Αθήνας, που την έλεγαν Λίμναι, και της οποίας το όνομα σαφώς υποδηλώνει και πάλι κάποια λίμνη ή έστω ένα βαλτότοπο. 
Με τη θριαμβευτική επανεμφάνιση του θεού οι πιστοί του ξεσπούσαν σε ουρανομήκεις φωνές και χαρούμενα τραγούδια και ξεφάντωναν με χορούς και πανηγύρια. Και εκτός από πάσχοντες θεούς στην αρχαία μυθολογία υπάρχουν και ήρωες που είχαν κατορθώσει να νικήσουν τον θάνατο, όπως ο Ηρακλής, ο Ορφέας, ο Καπανέας κ.ά. 
Μετά από τα παραπάνω μπορούμε να υποθέσουμε ότι το μέγα θαύμα της Ανάστασης του Χριστού, το σημαντικότερο ασφαλώς γεγονός της επίγειας ζωής Του, κατά το οποίο έχουμε τη νίκη της ζωής και την ήττα του θανάτου, έγινε πιο εύκολα κατανοητό από τους Ελληνες· και από τους υπόλοιπους ελληνίζοντες της όψιμης αρχαιότητας, που αποτελούσαν το πιο σημαντικό και συνάμα το πιο ζωντανό κομμάτι του τότε γνωστού και πολιτισμένου κόσμου. Γιατί ανάλογα συμβάντα διηγούνταν και για τους θεούς και ήρωες που είχαν στεριώσει και είχαν κυριαρχήσει στα μέρη τους πολύ πριν κάνει την εμφάνισή Του ο Ναζωραίος. 
Μιχάλης Α. Τιβέριος, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. 
Τα «Αδώνεια»: Ο θάνατος και η Ανάσταση του θεού Άδωνη 

Στις παραδόσεις των λαών της ανατολικής μεσογείου , υπάρχουν τουλάχιστον 16 θεοί που βιώνουν το δράμα του θανάτου αλλά και ταυτόχρονα την λύτρωση της αναστάσεως. 
Στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο εκτός από τον Δία/Φελχανό και τον Διόνυσο/Ζαγρέα , ο σημαντικότερος Θεός που πεθαίνει και ανασταίνεται , είναι ο Άδωνις 
Σύμφωνα με την παράδοση ο Αδωνις ήταν γιός του Κινύρα κι της Σμύρνας. Όταν γεννήθηκε ήταν τόσο πανέμορφο μωρό που μόλις τον είδε η Θεά Αφροδίτη τον ερωτεύτηκε και για να μην τον χάσει τον έβαλε σε μία λάρνακα και τον εμπιστεύθηκε στην Περσεφόνη , την Θεά του κάτω κόσμου. 

Όταν όμως ο Αδωνις μεγάλωσε , η Περσεφόνη θαμπωμένη και αυτή από την ομορφιά του , αρνήθηκε να τον επιστρέψει και τότε η Αφροδίτη ζήτησε την συνδρομή του Δία.Ο πατέρας των Θεών τότε έδωσε τον όμορφο νέο τα 2/3 του χρόνου στην Αφροδίτη και το 1/3 στην Περσεφόνη. 
Η Αφροδίτη εγκατέλειψε τον Ολυμπο και ακολούθησε τον πανέμορφο νέο κάτω στην γη. Δυστυχώς όμως σε ένα κυνήγι αυτός σκοτώθηκε από ένα αφηνιασμένο κάπρο. Η Αφροδίτη απαρηγόρητη και με δάκρυα στα μάτια ζήτησε από την Περσεφόνη πίσω τον όμορφο νέο και τότε οι δύο Θεές αποφάσισαν να τον έχουν η κάθε μία για εξι μήνες τον χρόνο. Η διαμάχη των δύο Θεαινών συμβολίζει και διδάσκει ότι ο Ερωτας μπορεί να νικήσει ακόμη και τον θάνατο ! 
Από το αίμα του Αδώνιδος γεννήθηκαν τα τριαντάφυλλα και οι παπαρούνες και από τα δάκρια της Αφροδίτης οι ανεμώνες 

Ο Αδωνις είναι ένας πανάρχαιος Θεός της ανατολής και η λατρεία του ήταν διαδεδομένη στην Συρία την Φοινίκη την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Από εκεί η λατρεία του πέρασε στην Κύπρο και από την Κύπρο στην Ελλάδα ήδη από τη αρχαική εποχή. 
Σύμφωνα με την παράδοση ο τάφος του βρισκόταν στην Βηθλεέμ σε μία υπόγεια σπηλιά στα θεμέλια του Ναού της Θεάς Αστάρτης. Πιθανολογείται ότι το σημείο βρίσκεται εκεί που σήμερα είναι χτισμένος ο Ναός της Γεννήσεως. 
Τα Αδώνεια 

Σε ανάμνηση του θανάτου και της αναστάσεως του Θεού ετελούντο κάθε χρόνο τα Αδώνεια. Σε άλλες περιοχές η γιορτή γινόταν στα μέσα του μηνός Βοηδρομίωνος (Αύγουστος Σεπτέμβριος ) και αλλού, στην κυρίως Ελλάδα την άνοιξη κατά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. 
Η πρώτη ημέρα των «Αδωνείων», που λεγόταν «Αφανισμός», ήταν ημέρα πένθους για το θάνατο του Θεού, που απεικονίσεις του τον παρουσιάζουν εστεμμένο με ταινίες που τις διακοσμούν ισοσκελείς σταυροί , με το στόλισμα των λεγόμενων «Κήπων του Αδώνιδος» (που τους φύτευαν και τους προετοίμαζαν οι γυναίκες οκτώ ημέρες πριν), καθώς και με μοιρολόγια και λυπητερές μουσικές από πένθιμο αυλό (τη λεγόμενη «γίγγρα»). Η δεύτερη ημέρα των εορτασμών η Εύρεσις (ανάστασις) ήταν ημέρα χαράς για την ανάσταση του Θεού εκ νεκρών και την ανάληψή του δίπλα στη Θεά Αφροδίτη για το μισό χρόνο. 
Οι Κήποι του Αδώνιδος (Επιτάφιος) 

Οι κήποι του Αδώνιδος ήσαν πανέρια η γλάστρες γεμάτες χώμα μέσα στις οποίες έσπερναν και καλλιεργούσαν ειδικά για τα Αδώνεια, πολύτριχο και αλλά φυτά ταχέως αυξανόμενα, καθώς και σιτάρι, κριθάρι, μαρούλι, μάραθο και διάφορα είδη λουλουδιών που τα περιποιούντο επί 8 ημέρες, κατά κύριο λόγο η αποκλειστικά, οι γυναίκες. 
Την ημέρα του «Αφανισμού» οι λατρευτές κυρίως γυναίκες με λυμμένα τα μαλλιά τους, ξυπόλητες και γυμνόστηθες, περιέφεραν με θρήνους και οδυρμούς τα ομοιώματα του Θεού και τους «Κήπους» στους δρόμους των πόλεων και κατόπιν τα οδηγούσαν στη θάλασσα (ή σε πηγές και ποτάμια σε άλλες πόλεις), τα έριχναν στα νερά και παρακαλούσαν να επιστρέψει ο Θεός από τον κάτω κόσμο. 
Στα «Αδώνεια» προσφερόταν ως θυμίαμα μύρα, ενώ ψάλλονταν και ειδικά άσματα, τα λεγόμενα «Αδωνίδια», από τα οποία έχει διασωθεί ένα πολύ αξιόλογο δείγμα. Πρόκειται για τον «Επιτάφιον Αδώνιδος» του Βίωνος. Σε κάποια από τα ανά τόπους «Αδώνεια» γίνονταν και μυήσεις σε Μυστήρια του Θεού (Ο Λουκιανός διασώζει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη). 
Αμέτρητοι οι «θεοί» που σταυρώθηκαν και αναστήθηκαν! 
Ο Κρίσνα, το δεύτερο πρόσωπο της Ινδικής τριάδας αντίστοιχο της χριστιανικής τριάδας, ο οποίος ονομάζεται και «υιός θεού», σταυρώθηκε όπως και ο Ιησούς. Πρόκειται για την ενσάρκωση του Βισνού. Οι ουρανοί σκοτείνιασαν την ώρα του θανάτου. Ο Κρίσνα κατέβηκε στον άλλο κόσμο, και αναστήθηκε την τρίτη μέρα, και ανελήφθη στους ουρανούς. Ο Κρίσνα, θεωρείται επίσης «άνθρωπος και Θεός» καταρρίπτοντας το χριστιανικό επιχείρημα πως ο Ιησούς ήταν ο πρώτος άνθρωπος-θεός που νίκησε τον θάνατο. 
Ο Πέρσης θεός Μίθρα αποκαλούνταν «ο καλός ποιμένας» και σταυρώθηκε τουλάχιστον μια χιλιετία πριν τον Ιησού, για να λυτρώσει την ανθρωπότητα. 
Ο Ασσυροβαβυλώνιος Ταμμούζ (Damuzu) σταυρώθηκε και αναστήθηκε από την Αστάρτη. 
Ο Άττις, αποκαλούμενος «ο αμνός του θεού» περνάει το μαρτύριο της σταύρωσης και ανασταίνεται. 
Ο Μεξικανός Κετσατκοάτλ θανατώθηκε με σταύρωση και αναστήθηκε την τρίτη μέρα. 
Ο Όσιρης σκοτώνεται από τον Σεθ, και ανασταίνεται από την Ίσιδα, ενώ ο γιος τους Ώρος σταυρώνεται μεταξύ δύο κλεφτών. 
Ο Όντιν σταυρώθηκε στο δέντρο της ζωής, ενώ ο γιος του Μπάλντερ σκοτώνεται από τον πανούργο Λόκι με γκυ. Αμφότεροι ανασταίνονται. 
Οι θεοί ΙΑΩ, και Χέσους σταυρώθηκαν και αναστήθηκαν για να σώσουν την ανθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πριν την εμφάνιση του Ιησού. 
Ο Ίντρα αναπαριστάται με οπές από καρφιά. 
Ο Χαλδαίος Κριτε και ο Ασιάτης Μπαλού αναφέρονται στα αντίστοιχα ιερά τους κείμενα ως «εσταυρωμένοι λυτρωτές». 
Ο Αιγύπτιος Θούλις πέθανε στο σταυρό, θάφτηκε, αναστήθηκε και ανήλθε στους ουρανούς. 
Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης (Αξιόκερσα κατά τα Καβείρια) περιέχει την κάθοδο στον Άδη, την παραμονή εκεί για ένα χρονικό διάστημα και την επιστροφή στη ζωή. 
Ο μύθος της Ευρυδίκης. 
Ο Ρωμαίος ήρωας Κουιρίνους, σταυρώθηκε και η γη σκοτείνιασε. 
Η ανάσταση νεκρών και η νίκη επάνω στο θάνατο, δεν είναι λοιπόν μια ιδέα που γεννήθηκε στον χριστιανισμό. Στις αρχαίες θρησκείες υπήρξε πληθώρα θεών και ανθρώπων που είτε θυσιάστηκαν και ξαναγύρισαν στη ζωή, ή ήρθαν σε συμφωνία με τις θεότητες του Άδη να μοιράζουν τη ζωή τους ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η ιδέα της ανάστασης πιθανολογείται πως προήλθε από την παρατήρηση της «νεκρανάστασης» της φύσης. 
Οι εμπνευστές της χριστιανικής θρησκείας παρέλαβαν τους αρχαίους μύθους, τους άλλαξαν ελαφρώς και τους παρουσίασαν ως δική τους αποκάλυψη. Κανένας χριστιανός ιερέας δεν έχει απαντήσει ουσιαστικά στο ερώτημα, σε τι ακριβώς διαφέρει η σταύρωση κι η ανάσταση του θεού σας από τις αντίστοιχες των προαναφερθέντων θεών; 
Τα βασικά συστατικά του μύθου εμφανίζονται στις παραδόσεις όλων σχεδόν των λαών της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο. Η σταύρωση και η ανάσταση του Ιησού δεν είχε κάτι το πρωτότυπο να δείξει. 
Μιχάλης Καλόπουλος
Tags: συγκριτισμος, δόγμα

Η Γενοκτονία 270.000 Ελλήνων το 961 από τους βυζαντινούς κατακτητές
07 Ιου 2011 1 Σχόλιο
Καθ' όλη την διάρκεια της χιλιετούς βυζαντινής αυτοκρατορίας η Κρήτη ήταν το κόκκινο πανί για τους βυζαντινούς κατακτητές. Γι' αυτό την αιματοκύλησαν πολλές φορές.  
Το 727 οι Κρητικοί όχι μόνον συμμετέχουν μαζί με όλους τους Έλληνες στην Μεγάλη Επανάσταση κατά των βυζαντινών, αλλά επιπλέον ετοιμάζουν πανστρατιά και επιτίθενται κατά της Κωνσταντινουπόλεως για να εκθρονίσουν(!!!) τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ' τον Ίσαυρο. 
Αρχηγό τους είχαν έναν Κρητικό ονόματι Κοσμά, ο οποίος ήταν μεγαλοπρεπής, ωραίος και γενναίος. Και παραλίγο να κατάφερναν να κυριαρχήσουν σε όλη την Μεσόγειο, όπως αναφέρει στην «Ιστορία των Σφακίων» ο ηγούμενος Γρηγόριος Παπαδοπετράκης. 
Όμως οι λογαριασμοί βυζαντινών και Κρητικών παρέμεναν από αιώνες ανοικτοί και δεν έκλεισαν ποτέ. Ο Αλέξιος Κομνηνός, δια του υιού του Ισαακίου, το 1192, στέλνει απειλητική επιστολή προς το νησί της Κρήτης. Απειλούσε ότι αν δεν υποταχθούν στο βυζάντιο οι Κρητικοί, θα εξολοθρεύσει όλους τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά, όπως έπραξαν στο παρελθόν, έγραφε η επιστολή, ο Βελισσάριος, ο Ιουστινιανός, ο Νικηφόρος Φωκάς και ο Βάρδας ο θαλασσινός. 
Οι βυζαντινοί είχαν υποστεί αναρίθμητες ήττες από τους Κρητικούς, που ήταν πολύ γενναίοι μαχητές και θεοσεβείς. Οι Κρητικοί ουδέποτε πρόδωσαν τους Πατρώους Θεούς και τα Πάτρια ειωθότα. Το παράδειγμά τους έδινε θάρρος στους άλλους Έλληνες να διατηρήσουν τον Ελληνισμό τους και την Πατρώα Ελληνική Θρησκεία. Γι' αυτό ήθελαν να τους αφανίσουν οι βυζαντινοί κατακτητές. 
Οι μνήμες από την τελευταία ήττα, ήταν ακόμη νωπές. Το 949 ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Ζ' υπέστη πανωλεθρία από τους γενναίους Κρητικούς καθώς όλο το βυζαντινό στράτευμα που έστειλε για να κατακτήσει το ηρωικό Νησί κατεσφάγη, όπως μας πληροφορεί ο Λέων Διάκονος. 
Τα Κρητικά πλοία περήφανα έπλεαν στην Μεσόγειο αψηφώντας τον βυζαντινό στόλο. Και όποτε είχαν ευκαιρία έκαναν τολμηρές επιδρομές και κατέστρεφαν ολοσχερώς τον βυζαντινό στόλο. Ο Λέων Διάκονος γράφει για την «των Κρητών δυναστείαν, τραχηλιώσαν και κατά Ρωμαίων φονικόν πνέουσαν». Δηλαδή έσπερναν τον θάνατο στους βυζαντινούς οι σκληροτράχηλοι Κρητικοί, γράφει ο Λέων Διάκονος στην Ιστορία του. 
Οι Κρητικοί ήταν ακατάβλητοι κυρίως για δύο λόγους, γράφει ο Συνεχιστής του Θεοφάνους: Πρώτον διότι είχαν διατηρήσει αλώβητο το Ελληνικό Ιερατείο τους, το οποίο προΐστατο στους Απελευθερωτικούς Αγώνες, και δεύτερον διότι ήταν φοβεροί έμποροι, κάτι που τους προσπόριζε τα αναγκαία χρήματα για τους πολέμους κατά των βυζαντινών. 
Το μίσος των βυζαντινών κατά των Ελλήνων της Κρήτης αποτυπώνεται ανάγλυφα από τον παρακοιμώμενο Ιωσήφ Βρίγγα ο οποίος προσπαθεί να διεγείρει το βυζαντινό συμβούλιο κατά των Κρητικών. Ο Συνεχιστής του Θεοφάνους καταγράφει τα λόγια του Ιωσήφ: «Είναι τόσα τα δεινά που υπέστησαν οι Ρωμαίοι από τους αρνητές του Χριστού, σφαγές και καταστροφές εκκλησιών και αρπαγές περιουσιών και αιχμαλωσίες. Πρέπει να αγωνισθούμε υπέρ των Χριστιανών και να μην δειλιάσουμε από την απόσταση της θαλάσσης ούτε από τις φήμες». 
Πράγματι οι γενναίοι Κρητικοί απελευθέρωναν τα παράλια της Ιωνίας από τους βυζαντινούς κατακτητές και κατέστρεφαν χριστιανικές εκκλησίες και έπιαναν χριστιανούς αιχμαλώτους για να τους ανταλλάξουν με Έλληνες. 
Το 960 ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Ρωμανός Β' και ο παρακοιμώμενος Ιωσήφ Βρίγγας ανέθεσαν στον Αρμένιο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά τον αφανισμό της Κρήτης και των Κρητικών. Ο τεράστιος βυζαντινός στόλος ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη στις 5 Ιουλίου 960. Αποτελείτο από 3300 πλοία που μετέφεραν στρατό και εφόδια. Οι βυζαντινοί είχαν στρατολογήσει βάρβαρα στίφη Σλαύων, Αρμενίων και Ρώσων, για να κατασφάξουν τους Έλληνες της Κρήτης. 
Ο M. Canard, στο Byzance et les Arabes μας πληροφορεί ότι οι Έλληνες διέθεταν μόλις 240 πλοία και ζήτησαν από τους Άραβες πολεμοφόδια και στρατό. Εκείνο τον καιρό οι Άραβες με επικεφαλής τον Χαμβδά πολεμούσαν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας τους βυζαντινούς κατακτητές, και έτσι δεν μπόρεσαν να τους στείλουν παρά μικρές ποσότητες πολεμοφοδίων, αλλά καθόλου στρατό. Έτσι οι γενναίοι Κρητικοί μαχητές αντιμετώπισαν μόνοι τους τον τεράστιο βυζαντινό στόλο που μετέφερε 500.000 βυζαντινούς κατακτητές στο ηρωικό Νησί. 
Οι Έλληνες γρήγορα έμαθαν τα νέα και άρχισαν να οχυρώνωνται. Η ιστορία έχει καταγράψει ως επικεφαλή της ηρωικής αντιστάσεως την Κρητικοπούλα Ιέρεια της Αρτέμιδος Κλεαγέτη. 
Ο Πρίσκος στην χρονογραφία του μας πληροφορεί ότι ήταν μόλις 25 ετών το 960, και αμέσως άρχισε να εμψυχώνει τους Κρητικούς περιδιαβαίνουσα όλα τα οχυρά. Η Κλεαγέτη ήταν πολύ μορφωμένη και γόνος Ιερατικής οικογενείας. Η μητέρα της λεγόταν Ζηνόκλεια, ήταν Ιέρεια της Ήρας, και είχε πάρει μέρος στην μάχη της Κρήτης κατά των βυζαντινών το 949. Με το τόξο της είχε σκοτώσει 50 βυζαντινούς κατακτητές. Η Ζηνόκλεια τελούσε τα Ελληνικά Μυστήρια και είχε διδάξει από μικρή την θυγατέρα της Κλεαγέτη το πώς να πολεμά τους βυζαντινούς κατακτητές. 
Ο Λέων Διάκονος στην Ιστορία του αναφέρει την Κλεαγέτη με υβριστικούς όρους. Την αποκαλεί «γύναιον εταιρικόν», «αναιδές», και ότι τάχα έκανε μαγγανείες. Όμως της αναγνωρίζει, αν και με υβριστικό τόνο, ότι ήταν μάντισσα και ότι ήταν ατρόμητη, καθώς πλησίαζε μόνη της μέχρι τα φυλάκια των βυζαντινών και τους προκαλούσε σε πόλεμο. 
Οι Κρητικοί Ιερείς και Ιέρειες μόλις αντίκρισαν του πρώτους βυζαντινούς στρατιώτες έκαναν καθαρμό σε όλο το Νησί για να φύγει το χριστιανικό μίασμα. 
Ο Νικηφόρος Φωκάς αμέσως μετά την απόβαση αρχίζει γενική επίθεση. Σφάζει αρκετούς Κρητικούς τις πρώτες ημέρες. Νοιώθοντας ότι η νίκη του θα είναι εύκολη εξ αιτίας του τεραστίου όγκου του στρατεύματός του, δίνει 10.000 βυζαντινούς στρατιώτες στον στρατηγό Νικηφόρο Παστιλά και τον διατάσσει να εισβάλει στην ενδοχώρα του Νησιού και να κατασκοπεύσει τους Κρητικούς. 
Η ατρόμητη Ιέρεια Κλεαγέτη απαντά με ανταρτοπόλεμο. Βάζει τις Κρητικοπούλες να δίνουν κρασί στους βυζαντινούς στρατιώτες, να τους μεθούν και να αποσπούν πληροφορίες. Αφού τους διέλυσαν την πειθαρχία η Κλεαγέτη διέταξε τους 400 Κρητικούς που είχε υπό τις διαταγές της να λάβουν θέσεις μάχης στα βουνά. 
Μόλις οι Κρητικοί είδαν τους βυζαντινούς αποδιοργανωμένους ξεκίνησαν επίθεση με επικεφαλής την ηρωική Ιέρεια της Αρτέμιδος. Οι βυζαντινοί αντιστάθηκαν με σθένος. Η Κλεαγέτη σημάδεψε με το τόξο της τον βυζαντινό στρατηγό Νικηφόρο Παστιλά, κτύπησε το άλογό του και τον ανάγκασε να ξεκαβαλικέψει. Αμέσως χύμηξε πάνω του με το τσεκούρι της και τον σκότωσε. 
Οι βυζαντινοί σε αυτή την δεύτερη φάση του αγώνος τράπηκαν σε φυγή αλλά οι Κρητικοί τους πήραν στο κυνήγι. Ελάχιστοι από τους στρατιώτες του Νικηφόρου Παστιλά κατόρθωσαν να επιστρέψουν ζωντανοί στο στρατόπεδο του Νικηφόρου Φωκά. 
Ο Φωκάς, ωσάν να κτυπήθηκε από κεραυνό, μόλις άκουσε τα νέα άρχισε να ετοιμάζει ενέδρες. Άρχισε να πολιορκεί τον Χάνδακα (Ηράκλειο). 
Ο Πρίσκος, έχει καταγράψει το πώς απευθύνθηκε στους στρατιώτες του λέγων ότι «Δεν νομίζω να αγνοεί κανείς σας την επιθετικότητα και το θράσος των απογόνων της Αριάδνης, τις τόσες διαρπαγές και τα φονικά που έχουν διαπράξει κατά των Ρωμαίων. Δεν ανέχεται η εκκλησία του Χριστού να λυμαίνωνται το χριστεπώνυμο πλήθος οι ειδωλολάτρες. 
Μην εξοκείλετε στην απειθαρχία και την καλοπέραση διότι θα πάθετε ότι και οι στρατιώτες του Νικηφόρου Παστιλά. Ας μην σπαταλάμε τον καιρό μας με οκνηρία και μέθη, αλλά παραμένοντας Ρωμαίοι ας επιδείξουμε στον πόλεμο κατά των ειδωλολατρών το γενναίο μας φρόνημα». 
Μετά πήρε τον στρατό του και άρχισε επίθεση καθώς είχε πληροφορίες ότι 40.000 Κρητικοί ετοιμάζονταν να του επιτεθούν αιφνιδιαστικά και να τον εκδιώξουν από το Νησί. Ο Νικηφόρος Φωκάς περίμενε να νυκτώσει και επιτέθηκε το βράδυ στους Κρητικούς, οι οποίοι δεν άκουσαν την Κλεαγέτη και έκαναν το λάθος να κατασκηνώσουν σε πεδιάδα. 
Εκεί ο Νικηφόρος Φωκάς τους έπιασε στον ύπνο, απροετοίμαστους, και τους έσφαξε όλους. Ο Νικηφόρος Φωκάς, για να αποδείξει το πόσο βάρβαρος ήταν και το πόσο μισούσε τους Έλληνες, διέταξε τους στρατιώτες του να κόψουν τα κεφάλια των Ελλήνων και να τα μαζέψουν σε σακκιά. 
Ύστερα διέταξε να τα καρφώσουν σε κοντάρια και να τα τοποθετήσουν μπροστά στο κάστρο του Χάνδακος. Μετά, όπως διασώζει ο Λέων Διάκονος, ο Φωκάς διέταξε όσα κεφάλια Κρητικών περίσσεψαν να τα εκσφενδονίζουν με τις βαλλίστρες μέσα στα τείχη του κάστρου... 
Οι Κρητικοί μόλις ανεγνώρισαν τους ομοφύλους των, ξέσπασαν σε οιμωγές. Ακούστηκαν κλάματα. Τρόμος κατέλαβε το στρατόπεδο των Κρητικών. Ακούστηκαν κραυγές και θρήνοι ωσαν η πόλη να είχε ήδη κατακτηθεί. Μολονότι δεν είχαν καμμία διάθεση για ειρήνη με τους βυζαντινούς, τώρα είχαν χάσει το θάρρος τους. Εκείνη την δύσκολη στιγμή εμφανίστηκε στα τείχη η νεαρή Ιέρεια Κλεαγέτη. Το πρόσωπό της έλαμπε από ζωντάνια όταν ενθάρρυνε τους Κρητικούς. 
Ο Πρίσκος διέσωσε τα λόγια της: «Γενναίοι άνδρες και γυναίκες, αιώνες τώρα πολεμούμε τους Ρωμαίους. Οι Θεοί δεν μας εγκατέλειψαν, πάντα στέκονται στο πλευρό μας. Μόλις κατατροπώσαμε τους Ρωμαίους του Παστιλά. Τώρα θα λιποψυχήσουμε μπροστά σ' έναν ασεβή Ρωμαίο; Εμπρός! Τραβήξτε τα σπαθιά. Ακονίσατε τους πελέκεις. Τεντώσατε τα βέλη. Θάνατος στους Ρωμαίους κατακτητές. Βοήθησέ μας Τοξόκλυτη Θεά. Ίσιωσε τα θανατηφόρα βέλη μας να βρουν τον στόχο τους». 
Η νεαρή Ιέρεια αμέσως διατάζει επίθεση. Εμψυχωμένοι από την ατρόμητη Ιέρειά τους που όρμησε πρώτη, 35.000 Κρητικοί, μαζί και γυναικόπαιδα, εφορμούν εναντίον των βυζαντινών κατακτητών. Ο Νικηφόρος Φωκάς ταράζεται από την ξαφνική αντεπίθεση. Αλλά πριν προλάβει να συνέλθει καταμετρά 90.000 χιλιάδες νεκρούς, οι περισσότεροι από τα επίλεκτα βυζαντινά σώματα των Αρμενίων. 
Ο Νικηφόρος Φωκάς αναγκάζεται να σαλπίσει υποχώρηση. Έβλεπε πιά ότι ήταν πολύ δύσκολο να κατατροπώσει τους Κρητικούς και μάλιστα με τέτοια οχυρά. Αποφάσισε, γράφει ο Λέων Διάκονος, να πολιορκήσει τον Χάνδακα(Ηράκλειο). Αποφάσισε να λιμοκτονήσει τους Κρητικούς μέχρις ότου κατασκευάσει νέες πολιορκητικές μηχανές. Έτσι τελείωσε ο χειμώνας του 960-961. 
Κατά την διάρκεια του χειμώνος δεν έπαυσαν τελείως οι εχθροπραξίες. Ομάδες καταδρομών των Κρητικών κτυπούσαν συνεχώς τους βυζαντινούς κατακτητές. Οι απώλειες των Κρητικών έφτασαν τις 30.000 νεκρούς και των βυζαντινών τις 110.000 νεκρούς, αναφέρει ο M. Canard στο Byzance et les Arabes. 
Στο τέλος Φεβρουαρίου του 961, ο Νικηφόρος Φωκάς άρχισε πάλι τον πόλεμο με νέο στρατό και εφόδια που παρέλαβε από την Κωνσταντινούπολη. Αντιθέτως η θέση των Κρητικών γινόταν όλο και πιό δύσκολη καθώς τα τρόφιμα λιγόστευαν και ο ναυτικός αποκλεισμός του Νησιού δεν επέτρεπε τον ανεφοδιασμό. 
Οι στρατιωτικοί αρχηγοί των Κρητικών, Ναύκλος και Ανεμάς, έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να περιμένουν, μέσα στην πόλη, βοήθεια από τους Άραβες. Όμως η Κλεαγέτη τους είπε να συνεχίσουν τον ανταρτοπόλεμο στα βουνά και να μην πολεμήσουν μέσα στην πόλη διότι το κάστρο ίσως να μην αντέξει την πολιορκία. Τελικά υπερίσχυσε η γνώμη του Ανεμά, η οποία δυστυχώς απεδείχθη μοιραία. 
Οι βυζαντινοί κατακτητές άρχισαν την πολιορκία σκάβοντας κάτω από την τάφρο και άρχισαν να ξεκολλούν πέτρες από το τείχος. Πρόσθεσαν ξύλα στα υποστηρίγματα και τους έβαλαν φωτιά. Σε λίγο η φωτιά απανθράκωσε τα υποστηρίγματα και δύο επάλξεις του κεντρικού τείχους κατέρρευσαν. Αμέσως όρμησαν στην πόλη τα βυζαντινά στίφη και άρχισαν γενική σφαγή χωρίς να κάνουν διάκριση αμάχου και μαχομένου πληθυσμού. Τα γυναικόπαιδα έτρεχαν να κρυφτούν στα σοκάκια αλλά οι βυζαντινοί τους εξολόθρευαν ανηλεώς. Για τρεις ολόκληρες ημέρες δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να σφάζουν άμαχο πληθυσμό. 
Η κατάκτηση της Κρήτης ολοκληρώθηκε στις 7 Μαρτίου 961. Οι πηγές κατέγραψαν 200.000 νεκρούς Κρητικούς, μαζί με τα γυναικόπαιδα, που γενοκτόνησαν οι βυζαντινοί υπάνθρωποι. Μαζί με τους ήδη νεκρούς Κρητικούς στα πεδία των μαχών, το Ολοκαύτωμα της Κρήτης αριθμεί 270.000 νεκρούς, σφαγιασθέντες από τα βυζαντινά στίφη του Νικηφόρου Φωκά. 
Ο Νικηφόρος Φωκάς, χωρίς κανένα ίχνος θεοσέβειας, ανδρείας και πολιτισμού, ζήτησε να βρουν το πτώμα της Ιέρειας Κλεαγέτης. Μόλις οι βυζαντινοί το βρήκαν, ο βάρβαρος Αρμένιος στρατηγός διέταξε να της κόψουν το κεφάλι και να το καρφώσουν σε ένα κοντάρι. Αφού το έφτυσε, το περιέφερε πάνω στο άλογό του ως τρόπαιο... 
Ο Νικηφόρος Φωκάς για να ολοκληρώσει την καταστροφή της Κρήτης διατάσσει την φυλετική αλλοίωση του Κρητικού λαού. Εγκαθιστά στο ηρωικό Νησί βαρβάρους Σλαύους, Ρώσους και Αρμένιους. Επιπλέον διατάσσει τους μοναχούς των χριστιανών να εκχριστιανίσουν βιαίως τον Κρητικό λαό. Ο Νίκων ο «Μετανοείτε» αποβιβάζεται στην Κρήτη με προστασία βυζαντινής φρουράς και αρχίζει νέες σφαγές.   
Παρά την τρομακτική γενοκτονία, οι Κρητικοί ανένηψαν και συνέχισαν τον Ιερό Αγώνα για Ελευθερία, κάτι που αποδεικνύεται με την απειλητική επιστολή που έστειλε ο Αλέξιος Κομνηνός το 1192, όπως αναφέραμε και στην αρχή του άρθρου μας. 
Η Γενοκτονία 270.000 Κρητικών από τους βυζαντινούς κατακτητές το 961 έχει χαραχθεί βαθιά στην μνήμη όλων των Ελλήνων παρά τις προσπάθειες των νεοβυζαντινών κατακτητών να την διαγράψουν. 
Ξεπερνώντας κάθε όριο θράσους, ο «πατριάρχης» των χριστιανών Βαρθολομαίος, πριν από δύο χρόνια, έστησε τον ...ανδριάνταExclamation mark του Νικηφόρου Φωκά στην Κρήτη(!!!). 
Όπως δείχνουν τα γεγονότα υπάρχουν ακόμη ανοικτοί λογαριασμοί μεταξύ Ελλήνων και βυζαντινών...
Tags: Ιστορικά

ΠΛΥΣΗ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΩΝ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
07 Ιου 2011 1 Σχόλιο
  Η Χριστιανική κατήχηση αρχίζει να διδάσκεται από την Γ' τάξη του Δημοτικού Σχολείου και συνεχίζει σε όλα τα στάδια της εκπαίδευσης. Ας δούμε λοιπόν με την σειρά, τι διδάσκονται τα Ελληνόπουλα στο μάθημα των θρησκευτικών: Γ' Δημοτικού (Βιβλίο με 184 σελίδες). Σελ. 8 Ξεκινάμε με τον αγιασμό στο σχολείο. Παραβλέπεται εντελώς η αρχαιοελληνική παράδοση. Σελ. 164. Αναφέρεται στο Αι Γιώργη. Κι εδώ δεν γίνεται καμιά νύξη συσχετισμού η και απλής μνείας του μύθου του Περσέα και της Ανδρομέδας. Από τις 184 σελίδες του βιβλίου είναι απούσα η Ελλάς . Ούτε κάν μια φωτογραφία του Παρθενώνα. Δ' Δημοτικού. Στην σελίδα 82 αναφέρει ότι ο Παύλος (Σαούλ) ''Όπου και αν κοιτάξει βλέπει είδωλα, βωμούς, ναούς, αγάλματα''. Ε' Δημοτικού. Η θεματολογία του στρέφεται γύρω από τους βίους των Αγίων και το εορτολόγιο. Δεν παραλείπουν στο ''Γλωσσάρι'' και τον Ιουλιανό τον ''Παραβάτη'', ατιμωτικό προσωνύμιο του Ελληνολάτρη αυτοκράτορα. ΣΤ' Δημοτικού. Στις σελίδες από 11 ως 48. Καθαρή Ιουδαϊκή ιστορία. Σελ. 116 Υβριστικός τίτλος (Ο Ρωμιός και η εκκλησία του). Σελίδες από 230 ως 234. Ύμνοι. Σελίδες από 197 ως 198. Παπουλάκος, ο καλός σπορέας. Α' Γυμνασίου. Στις σελίδες 207-208 αναφέρεται η επίσκεψη του Μ. Αλεξάνδρου στα Ιεροσόλυμα. Παρουσιάζει λοιπόν χαλκογραφία, που παριστάνει τον Έλληνα Στρατηλάτη να υποκλίνεται γονυπετής στον Ιουδαίο Αρχιερέα, μπροστά στην πύλη της Ιερουσαλήμ. Η χαλκογραφία αυτή είναι υβριστική για τους Έλληνες, οι οποίοι... ΔΕΝ ΕΚΛΕΙΝΑΝ ΓΟΝΥ ΟΥΤΕ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΘΕΩΝ πολύ δε περισσότερο μπροστά στους Εβραίους Αρχιερείς. Το βιβλίο είναι πλημμυρισμένο από ιουδαικές φωτογραφίες: Αβραάμ, Μωυσής, Δαυίδ, Ροβοάν, Ιερεμίας, Ησαίας, Μιχαίας, Αμώς, Ωσηέ, κ.ά., χάρτες και τοπία Ιουδαικά. Ακόμη και λαογραφικά έθιμα του θερισμού από τους Ισραηλίτες. Υπάρχει ακόμα πλήρης εξιστόριση του εβραικού λαού. Η Ελλάδα ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ ουσιαστικά. Αντιθέτως, σχολιάζεται με κάθε λεπτομέρεια η χώρα της Βίβλου. Και επειδή μια εικόνα αντιστοιχεί με χίλιες λέξεις, παραθέτουν: αεροφωτογραφία της κοιλάδας του Ιορδάνη, σχεδιάγραμμα κλιματολογικών συνθηκών της Παλαιστίνης, οδοδείκτη στην διασταύρωση των οδών προς, Ιερουσαλήμ, Ιεριχώ και νεκρά θάλασσα, όπως και χάρτη του κόσμου της Παλαιστίνης.  Σελ. 55. Υπάρχει φωτογραφία βαβυλωνιακής κυλινδρικής σφραγίδας, που χρονολογείται από το 2.000 π.χ. περίπου, και σήμερα βρίσκεται στο Βρετανικό μουσείο. Δεξιά παριστάνεται ένας θεός, αριστερά μια γυναίκα, και ανάμεσα τους ένα δέντρο με καρπούς. Πίσω από την γυναίκα βρίσκεται ένα φίδι. Η παράσταση θυμίζει την σκηνή της βιβλικής διήγησης για τον πειρασμό. Έτσι γράφει η λεζάντα. Παρέλειψαν όμως, να γράψουν κάτι. Όπως φαίνεται καθαρά απ' την σφραγίδα, η ''Γένεση'' αντιγράφεται βαβυλωνιακά κείμενα. Απορώ πως οι Σιωνιστές έκαναν τέτοιο λάθος. Σελ. 59. Υπάρχουν τέσσερις εικόνες με την κοινή λεζάντα: ''ΤΕΤΟΙΑ ΕΙΔΩΛΑ, ΦΟΒΕΡΑ ΣΤΗΝ ΟΨΗ, ΛΑΤΡΕΥΑΝ ΓΙΑ ΘΕΟΥΣ ΟΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ''. Ξεδιάντροπα οι συγγραφείς βρίζουν τον Ελληνισμό. Αυτά τα ''είδωλα'' δεν ήταν τίποτε άλλο από τις σημερινές εικόνες που κάθε τόσο για εισπρακτικούς και δεισιδαιμονικούς σκοπούς εκτίθενται σε λαϊκό προσκύνημα, όπου οι πιστοί - δούλοι ξημεροβραδιάζονται για να τις προσκυνήσουν. Σελ. 67. Ο μύθος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Χάθηκαν δυο λόγια διευκρινιστικά για τους Έλληνες; Και φυσικά, δεν παρατίθεται χρονολογία, γιατί ο μύθος αυτός είναι αρχαιότερος από του ανάλογου μύθου για τον Νώε. Σελ. 107. Χάρτης: ''Η χώρα των Φιλισταίων''. Δεν γίνεται κανένας λόγος για την... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ. Στην συνέχεια, εκτίθεται η πολυχρησιμοποιημένη και λανθασμένη άποψη ότι οι Έλληνες πήραν το Αλφάβητο τους από τους Φοίνικες. Σελ. 239. Αναφέρονται κείμενα του Πλάτωνα και του Αισχύλου, με τον ψευδή ισχυρισμό ότι αναφέρονται στον λυτρωτή Ιησού. Υπάρχει επίσης φωτογραφία, στην οποία εικονίζεται ο Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης σε τοιχογραφία του ναού του Αγ. Νικολάου στην Τσαριτσάνη της Λάρισας. Λείπουν όμως τα σχόλια. Τι θέλει ο Αριστοτέλης στον Ιουδαϊκό ναό; Γιατί δεν λένε στα Ελληνόπουλα ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι στην εκκλησιαστική συνείδηση θεωρήθηκαν ως προφήτες και βρήκαν την θέση τους στον νάρθηκα των ναών και στην τράπεζα των μονών; Β' Γυμνασίου. Τα ψέματα αρχίζουν από τις πρώτες σελίδες: Σελ. 16. ''Χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ζωής ήταν η μαγεία και δεισιδαιμονία των λαών της Μεσογείου'', και συνεπώς και των Ελλήνων. Αυτό είναι ασύστολο ψεύδος. Προλήψεις και δεισιδαιμονίες υπήρχαν σε όλους τους λαούς και ουδέποτε θα σταματήσουν να υπάρχουν. Η αλήθεια είναι ότι ο Χριστιανισμός όχι απλώς μετέρχεται την δεισιδαιμονία ως μια φοβερά ''δαμόκλειο σπάθη'', για να συγκρατήσει τον αμαθή όχλο, αλλά και ο ίδιος είναι μια δεισιδαιμονία. Και δεν το λέμε εμείς αυτό. Το είπε ο Σουητώνιος, ο Τάκιτος, ο Πλίνιος και ο Ιουλιανός. ο Σουητώνιος (''Νέρων'' ΧVI) αποκαλεί τον Χριστιανισμό... ''ΝΕΑ ΚΑΙ ΒΛΑΒΕΡΗ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ''.  Ο Τάκιτος (ann.XV 44.4) τον ονομάζει ... ''ΟΛΕΘΡΙΑ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ'' και ο Πλίνιος ο νεώτερος, σύγχρονος του Σουητώνιου και του Τάκιτου, τον χαρακτηρίζει ως ''ΦΑΥΛΗ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΡΟ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ'' (epist. X 96.Cool. Σελ. 16. ''Την Παλαιστίνη κατοικούσαν και ειδωλολάτρες ( Έλληνες και Σύριοι κυρίως)''. Ξεδιάντροπα οι συγγραφείς του βιβλίου, αποκαλούν το έτος 2000 τους Έλληνες ''ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ''. Δεν μας λένε όμως, που ανήκουν αυτοί οι ίδιοι, που οι ταυτότητές τους έχουν Ελληνικά ονόματα. Σελ. 18 - 26. Ο Ιουδαικός κόσμος στα χρόνια του Χριστού. Σελ. 90. Φωτογραφίες απ' την Βοσνία. Σελ. 135: 29. Γυναίκες που στην Καινή Διαθήκη αναφέρονται με τα ονόματα τους. Σελ. 301. Σημασία των εβραικών ονομάτων (73 Ονόματα). Δεν λείπουν τα τροπάρια και η Χριστιανική εικονογράφηση.    Γ' Γυμνασίου: Η ύλη του βιβλίου αναφέρεται στην εξιστόρηση  του Χριστιανισμού. Εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν  τους Έλληνες προγόνους μας σας ''ειδωλολάτρες''. Έτσι:  Σελ. 25. Το πρώτο άνοιγμα της εκκλησίας προς τους ''ειδωλολάτρες''.  Σελ. 45. Στην εβραϊκή συναγωγή της Κορίνθου, ο απόστολος Παύλος (δηλαδή ο Σαούλ για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους κάποτε, και να ξυπνάμε εμείς οι Έλληνες)  συνάντησε αντιδράσεις, που τον ανάγκασαν να στραφεί προς τους ''ειδωλολάτρες''.  Σελ. 48. Η Αθήνα, ήταν γεμάτη ''είδωλα''.  Σελ. 62 Τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του ''ειδωλολατρικού'' κόσμου. Το κείμενο αναφέρεται στην δουλεία, τις γυναίκες και τα παιδιά. Ξεχνούν οι συντάκτες των κειμένων τους πως η θέση της γυναίκας στα Χριστιανικά πλαίσια χειροτέρευσε, αφού η γυναίκα έγινε σκλάβα του άντρα. Όσο για τους δούλους, ας μην μιλάμε. Ακόμη και την εποχή του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης, υπήρχαν δούλοι. Η εκκλησία τους προστάτευε μόνο με λόγια και παρηγοριά για την άλλη ζωή. Σελ. 71. Γράφει πως  η σύγκρουση του Χριστιανισμού με τους Εθνικούς οφειλόταν στο ιερατείο των ειδώλων και πως το κήρυγμα είχε θαυμαστή απήχηση στους Εθνικούς. ΕΙΧΕ ΤΕΤΟΙΑ ΑΠΗΧΗΣΗ, ΠΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ, ΠΟΤΙΣΤΗΚΕ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ ΜΕ ΠΟΤΑΜΙΑ ΑΙΜΑΤΟΣ. Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ ΜΕ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ. ΩΣ ΠΟΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΘΑ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΤΟΙΑ ΑΣΥΣΤΟΛΑ ΨΕΥΔΗ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΜΑΣ; Σελ. 141. Ο  Ιουλιανός, αποκαλείται ''ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ''. Σελ. 187. Υπάρχει ένα ακόμη ψέμα. Η εκκλησία δημιούργησε την πνευματική αναγέννηση του ΙΔ' Αιώνα. ΑΝΤΙΘΕΤΑ!!!! Η εκκλησία υπήρξε τροχοπέδη στην επιστήμη για 17 ολόκληρους Αιώνες, έκαψε συγγράμματα και θανάτωσε τους αντιφρονούντες επιστήμονες. Β' Λυκείου. Σελ. 80 Γίνεται λόγος για την Κοσμογονία. Θα περίμενε κανείς, αν μη τι άλλο, μια απλή μνεία των αρχαίων Ελλήνων που ασχολήθηκαν με το θέμα, όπως ο Επιμενίδης ο Κρής, ο Θαλής,ο Μιλήσιος, ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Ησίοδος, ο Πυθαγόρας, ο Ηράκλειτος, ο Ξενοφάνης, ο Αναξαγόρας και πάρα πολλοί άλλοι. Θα έπρεπε να υπάρχει μνεία τουλάχιστον της κοσμογονίας του Ερμή του τρισμέγιστου, της Ορφικής θεογονίας, και της θεογονίας του Ησίοδου. Σελ. 82. Και εξής: παρατίθεται η κοσμογονία της ''Γένεσης'' και γίνεται προσπάθεια με αλχημιστικό τρόπο να μας πείσουν ότι τα παραμύθια της δεν είναι αντιεπιστημονικά. Σελ. 174. Γίνεται λόγος για θρησκευτικό φανατισμό. Αποσιωπείται εντελώς το γεγονός του Χριστιανικού μένους για τις λεηλασίες και τους διωγμούς του Ελληνικού στοιχείου. Σελ. 182 Αποσιωπείται το γεγονός ότι το πατριαρχείο τροχοπέδησε την επιστήμη με τους διωγμούς πολλών επιστημόνων. Σελ. 205. Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Πέραν του γεγονότος ότι οι Έλληνες βαπτίζονται ''μορφωμένοι ειδωλολάτρες'', όλο το κεφάλαιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι ότι ο χριστιανισμός, εκτός του ότι έθαψε τον Ελληνισμό, λεηλάτησε κυριολεκτικά την Ελληνική φιλοσοφία, παράδοση και μυστήρια. Τολμώ να πω ότι η μορφή του Ιησού της πίστης ταυτίστηκε με εκείνη του Διονύσου Ζαγρέα και η ιστορία του με εκείνη του Απολλώνιου του Τυανέα. Σελ. 221. Η αρχαία Ελληνική θρησκεία αρχίζει με το ψέμα της καθόδου των Ινδοευρωπαίων. Τα όσα γράφονται είναι εξωπραγματικά. Γ' Λυκείου. Αναφέρεται σε θέματα Χριστιανικής ηθικής. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥ ΕΘΕΣΑΝ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΝΤΕΣ!!! Ούτε καν μνεία των ονομάτων του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Πυθαγόρα και τόσων άλλων ένδοξων φιλοσόφων. Ύστερα απ' όσα αναφέραμε, είναι πασιφανές το συμπέρασμα: Aν σταθούμε στην άποψη του Αριστοτέλη, ότι κάθε πολιτεία έχει και το δικό της σύστημα παιδείας και συνεπώς μέσω αυτού περνά τα μηνύματά της, τότε ανταριάζει η ψυχή μας. Διότι το μήνυμα που στέλνουν τα θρησκευτικά βιβλία της Ελληνικής παιδείας είναι σαφέστατο: ΑΠΟΚΟΠΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ  Δεν είμαστε από εκείνους που υποστηρίζουν την κατάργηση των θρησκευτικών. Μας λυπεί όμως το γεγονός ότι οι Έλληνες Ιεράρχες διαστρεβλώνουν την ιστορία μας, αγνοούν τον Ελληνικό πολιτισμό και σκόπιμα προβάλλουν τον ΕΒΡΑΙΣΜΟ. Φυσικά, μια τέτοια θρησκευτική παιδεία... ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΕΙ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΑΣ.


πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του μπλογκ. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
http://eleusisdiagoridon.blogspot.gr/2013/08/blog-post_49.html