Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ ΥΠΕΡ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

ΙΔΟΥ Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΠΑΡΕΔΩΣΕ Ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΗΓΗΤΩΡ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ! ΔΙΧΑΣΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ  ΧΡΥΣΑΥΓΟΥΛΑ ,,,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ,,,,

Η ζωή και ο βίος του αληθινού Εθνάρχη  Ελευθέριου K. Βενιζέλου! Του Έλληνα πολιτικού που μεγάλωσε την πατρίδα! που μοίρασε τις εκτάσεις των τσιφλικάδων στους φτωχούς! που κυνηγήθηκε και εξορίστηκε απο το εβραιογερμανικό κατεστημένο ιερέων, βασιλέων και Μεταξά
Γεννήθηκε στο χωριό Μουρνιές, κοντά στην πόλη των Χανίων, στις 23 Αυγούστου 1864 και ήταν το πέμπτο παιδί[i] του Κυριάκου Βενιζέλου[ii], εμπόρου, και της Στυλιανής Πλουμιδάκη, η οποία καταγόταν από το χωριό Θέρισο.[2] Μεγάλωσε στα Χανιά αλλά λόγω διώξεων του πατέρα του από την οθωμανική διοίκηση πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων
στα Κύθηρα και την Ερμούπολη. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές[3] του στα Χανιά, στο λύκειο Αντωνιάδη στην Αθήνα και στο Δημόσιο Γυμνάσιο Αρρένων Σύρου στην Ερμούπολη, απ´ όπου αποφοίτησε, και εργάστηκε στο κατάστημα του πατέρα του. Αν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε πρόθεση να συνεχίσει τις σπουδές του, ο πατέρας του επέλεξε να τον τοποθετήσει στο κατάστημά του με σκοπό να το αναλάβει. Ύστερα από παρέμβαση του τότε γενικού προξένου της Ελλάδας στα Χανιά, Γεωργίου Ζυγομαλά, ο Κυριάκος πείστηκε να τον στείλει στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές. Το 1881 εγγράφηκε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ´όπου αποφοίτησε[4] το 1887. Αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να εκλεγεί δις εφέτης, άνοιξε δικηγορικό γραφείο καταφέρνοντας σε μικρό χρονικό διάστημα να διακριθεί. Το 1888 ανέλαβε[5]μαζί με τους Χαράλαμπο ΠωλογεωργάκηΚωνσταντίνου Φούμη και Ιάκωβο Μοάτσο την αρχισυνταξία και την έκδοση της εφημερίδας «Λευκά Όρη», η οποία ανήκε στον γαμπρό του, Κωστή Μητσοτάκη. Από αυτήν αποχώρησε λίγους μήνες αργότερα για προσωπικούς λόγους.
Το 1889 σε νεαρή ηλικία αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα ως αντιπρόσωπος της περιφέρειας Κυδωνίας στις Εκλογές για την Κρητική Βουλή, στις οποίες και εξελέγη[6] με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Στις ίδιες εκλογές εξελέγησαν και αρκετοί συνεργάτες του από την εφημερίδα σχηματίζοντας μια άτυπη ομάδα που έγινε γνωστή[7] με το όνομα Λευκορίτες. Λόγω της τεταμένης πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε στην Κρήτη με την επανάσταση μέρους των πληθυσμών της Κρήτης, στις αρχές Οκτωβρίου του 1889 ο Βενιζέλος με στενούς συνεργάτες και φίλους διέφυγε, με την βοήθεια του Άγγλου προξένου Μπιλιότι (Bilioti), στην Αθήνα. Έναν μήνα αργότερα ο Σακίρ Πασά ανέστειλε τα κυριότερα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Χριστιανούς με την Σύμβαση της Χαλέπας και άλλαξε τις διατάξεις για την εκλογή αντιπροσώπων στη Βουλή. Ο Βενιζέλος τάχθηκε[8]υπερ της αποχής από τις Εκλογές μέχρι να αρθούν οι αυθαιρεσίες της οθωμανικής διοίκησης. Μετά την χορήγηση αμνηστίας, ο Βενιζέλος επέστρεψε στα Χανιά, όπου και νυμφεύθηκε το 1890 με την Μαρία Ελευθερίου - Κατελούζου, επιλέγοντας να κατοικήσουν στο οικογενειακό σπίτι της Χαλέπας. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε εκτός πολιτικής απασχολούμενος από την οικογένεια και την δουλειά. Το 1895 συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Αυγή», του Κωνσταντίνου Φούμη και του Ιωάννη Καψάλη. Στην Επανάσταση που ξέσπασε λίγο αργότερα υπό την καθοδήγηση της Επιτροπής, Πρόεδρος της οποίας ήταν ο Μανούσος Κούνδουρος, και με κύριο αίτημα την αυτονομία, ο Βενιζέλος αντιτάχθηκε καθώς θεωρούσε ότι οι περιστάσεις δεν ευνοούσαν τέτοιου είδους κινήσεις.[9] Για την στάση του αυτή κατηγορήθηκε από συντηρητικούς που ζήτησαν να προσαχθεί σε δίκη.[10]

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κρητική επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Ο Βενιζέλος, αρχές 20ου αιώνα
Στις 23 Ιανουαρίου 1897 ο Βενιζέλος αποφάσισε να συμπράξει με τους επαναστατημένους στο Ακρωτήρι. Αφορμή γι´ αυτή τη μεταστροφή ήταν η μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στα Χανιά και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο Χριστιανών και Μουσουλμάνων και εκτεταμένες σφαγές κατά των πρώτων. Κατά τη διάρκεια αυτών των γεγονότων ο Βενιζέλος περιόδευε στην εκλογική του περιφέρεια προετοιμαζόμενος για τις εκλογές που είχαν προκηρυχθεί. Επιστρέφοντας στα Χανιά είδε από μακριά τους καπνούς που έβγαιναν από την πόλη και αμέσως έλαβε[11] την απόφαση να ενωθεί με μια ομάδα ενόπλων στη Μαλάξα. Με αυτούς κατευθύνθηκαν προς το Ακρωτήρι, όπου σύντομα ανέλαβε την ηγεσία ο Βενιζέλος. Οι επαναστάτες υπολογίζονται σε επτακόσιους με δύο χιλιάδες. Στις 24 Ιανουαρίου οι εξεγερμένοι αποφάσισαν να κηρύξουν την ένωση με την Ελλάδα και την επόμενη ημέρα εξέδωσαν κείμενο διακήρυξης. Στις 26 Ιανουαρίου επιτροπή αποτελούμενη από σημαντικές μορφές της εξέγερσης μεταξύ των οποίων και ο Βενιζέλος παρέδωσε στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων την διακήρυξη. Την ίδια στιγμή με απόφαση της κυβέρνηση Δηλιγιάννη αναχωρούσε ναυτική μοίρα του πολεμικού ναυτικού για να ενισχύσει τους Χριστιανούς της Κρήτης. Στις 31 Ιανουαρίου αποβιβάστηκε σε χωριό των Χανίων ελληνικό στράτευμα αποτελούμενο από χίλιους τριακόσιους οπλίτες και εκατό αξιωματικούς υπό την ηγεσία του Τιμολεόντος Βάσσου. Την επόμενη ημέρα οι Μεγάλες Δυνάμεις ανακοίνωσαν[12] ότι θα έθεταν υπό την προστασία τους τις κυριότερες πόλεις της Κρήτης επιβάλλοντας την κατάπαυση του πυρός ακόμα και με στρατιωτικά μέσα. Μπροστά σε αυτό το φάσμα γενικευμένης σύγκρουσης ο Βενιζέλος μαζί με τον Μητροπολίτη Χρύσανθο Τσεπετάκη επισκέφθηκαν τον Έλληνα μοίραρχο Αριστείδη Ράινεκ στο πολεμικό Ύδρα ζητώντας του να τους εφοδιάσει με πολεμικό υλικό, κάτι που έπραξε. Στις 7 Ιανουαρίου ο Βενιζέλος μαζί με εξεγερμένους κατέλαβε τον Προφήτη Ηλία. Στις 8 Ιανουαρίου ο στόλος των Μεγάλων Δυνάμεων έπληξε τις θέσεις των επαναστατών δημιουργώντας[7] αντιδράσεις από μερίδα του ευρωπαϊκού τύπου σχετικά με τον απρόκλητο βομβαρδισμό μιας μικρής ομάδας εξεγερμένων. Σημαντική έκταση πήρε το γεγονός της ανύψωσης της ελληνικής σημαίας από τον Σπύρο Καγιαδελάκη κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού ο ίδιος ο Βενιζέλος βρισκόταν[13] στο πολεμικό πλοίο Ύδρα. Ο Βενιζέλος τότε μαζί με τον Φούμη και τον Κοτζάμπαση προχώρησε στην σύνταξη διαμαρτυρίας προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, η οποία προξένησε μεγάλη εντύπωση στην Ευρώπη. Στις 22 Φεβρουαρίου εκλέχτηκε μέλος της εξαμελούς διοικητικής επιτροπής των επαναστατών. Με την ιδιότητα αυτή επισκέφθηκε μαζί με τα άλλα μέλη τους ξένους ναυάρχους αρκετές φορές για να συζητήσουν για τον μέλλον της Κρήτης. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους ξέσπασε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 αναγκάζοντας την Ελλάδα να αποσύρει την ναυτική μοίρα από την Κρήτη. Στις αρχές του καλοκαιριού πραγματοποιήθηκε η πρώτη επαναστατική συνέλευση ενώ στις 26 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε η δεύτερη, στους Αρμένους Αποκορώνου, όπου και ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξελέγη[14] μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα ανακοίνωνε τις αποφάσεις της συνέλευσης στις Μεγάλες Δυνάμεις. Στην τρίτη συνέλευση, στις Αρχάνες εξελέγη πρόεδρος αυτής. Στη συνέλευση αυτή υποστήριξε την άποψη περί ενώσεως της Κρήτης με την Ελλάδα απορρίπτοντας την ιδέα της αυτονομίας. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη οδηγώντας αρκετές φορές τους συμμετέχοντας σε ακραίες ενέργειες. Η κατάσταση οδηγήθηκε στα άκρα όταν ο Βενιζέλος και οι υποστηρικτές του αρνήθηκαν να υπογράψουν την διακήρυξη περί αυτονομίας με αποτέλεσμα να προκληθούν επεισόδια. Αποτέλεσμα ήταν ο Βενιζέλος να διακόψει την συνεδρίαση και να αποχωρήσει. Για την κίνησή του αυτή του αφαιρέθηκε η προεδρία και του απαγορεύθηκε η συμμετοχή στις συνεδριάσεις του σώματος. Τελικώς η διακήρυξη περί αυτονομίας ψηφίστηκε.[15]

Κρητική Πολιτεία & η επανάσταση του Θερίσου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τα γεγονότα ο Βενιζέλος ταξίδεψε στην Αθήνα, απ´ όπου επέστρεψε μαζί με τον Κρητικό πολιτικό Ιωάννη Σφακιανάκη. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εν τω μεταξύ είχαν αποδεχθεί σχέδιο περί αυτονόμησης του νησιού. Το νέο καθεστώς θεωρήθηκε[16] από τον Βενιζέλο και τους οπαδούς του μεταβατικό και προσωρινό. Έλαβε μέρος στη συνέλευση του Μυλοποτάμου καθώς και στις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής, που είχε αναλάβει τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το σχήμα αυτονομίας. Τελικά αποφασίστηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία να διατηρήσει μια μορφή κυριαρχίας και να διοριστεί ως Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης ο πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας. Ο τελευταίος διόρισε[17] με τον ερχομό του μια δεκαεξαμελή επιτροπή με κύρια αρμοδιότητα την εκπόνηση νομοθετικής εργασίας που επρόκειτο να ψηφιστεί από την γενική συνέλευση, όταν αυτή δημιουργούνταν. Σε αυτή την επιτροπή συμμετείχε[17] και ο Βενιζέλος. Λόγω της νέας μορφής διοίκησης προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 24 Ιανουαρίου 1898, στις οποίες και εξελέγη ως αντιπρόσωπος Χανίων. Η συμβολή του στη σύνταξη του συντάγματος κρίνεται καθοριστική,[18][19] κατακρίθηκε[19] όμως για τις ασάφειές του και την υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπο του Ύπατου Αρμοστή. Ακολούθως διορίστηκε σύμβουλος επί της δικαιοσύνης στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Απρίλιο του 1901. Κατά τη διάρκεια[20] της θητείας του αναδιοργάνωσε τα δικαστήρια συντάσσοντας[21] κώδικα δικαστηρίων, εκσυγχρόνισε τα δικαστήρια και εισήγαγε νέα συστήματα στην αστυνομία.
Παρά την επιτυχία του στον υπουργικό θώκο σύντομα ήρθε σε ρήξη με τον Ύπατο Αρμοστή πρίγκιπα Γεώργιο. Ο τελευταίος κυβερνούσε σε έναν βαθμό αυταρχικά χειριζόμενος[22] μόνος του την εξωτερική πολιτική της Κρητικής Πολιτείας χωρίς να λαμβάνει υπόψιν του τις συμβουλές και τις απόψεις των υπουργών του. Ο Βενιζέλος θεωρούσε[22] απαραίτητη την ανακήρυξη της Κρήτης σε αυτόνομο πριγκιπάτο έτσι ώστε να επέλθει με πιο θεσμικό τρόπο η ένωση με την Ελλάδα. Επιπλέον με την ανακήρυξη της αυτονομίας η συνέλευση, κατά τον Βενιζέλο[23], θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκλογή ανώτατου άρχοντα τερματίζοντας ταυτόχρονα την κυριαρχία των Μεγάλων Δυνάμεων στο νησί. Αντίθετα ο Ύπατος Αρμοστής δεν συμμεριζόταν την προσέγγιση του Βενιζέλου έχοντας ήδη αρχίσει να ακολουθεί την δική του, η οποία όμως δεν απέφερε τα επιθυμητά αποτέλεσμα. Παράλληλα στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύονταν αιχμηρά άρθρα εναντίον των απόψεων του Βενιζέλου, ο οποίος χαρακτηριζόταν[22] ως ανθενωτικός. Στις 5 Μαρτίου 1901 υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους υγείας, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Στις 18 Μαρτίου υπέβαλε για δεύτερη φορά την παραίτησή του για λόγους που αφορούσαν την κακή σχέση του με τους συναδέλφους και τον Ύπατο Αρμοστή. Ούτε όμως αυτή τη φορά έγινε αποδεκτή. Δύο μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου με διάταγμα που εκδόθηκε και ήταν βαρύτατα προσβλητικό[23] ο Βενιζέλος απολύθηκε από την θέση του. Σημαντική συμμετοχή στην όλη διαμάχη φαίνεται να είχε ο Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος, γραμματέας του Ύπατου Αρμοστή και το Παλάτι. Ο πρώτος σε μυστική έκθεση προς την κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη χαρακτήριζε[23] τον Βενιζέλο όργανο των ξένων δυνάμεων, φρόντιζε συνεχώς να φτάνουν στο υπουργείο εξωτερικών αναφορές[18] που τον παρουσίαζαν ως όργανο των ξένων δυνάμεων ενώ σταθερά, όπως και το παλάτι, διοχέτευε[22] στον αθηναϊκό τύπο εμπρηστικά άρθρα εναντίον του κρητικού πολιτικού.
Προκειμένου να αμυνθεί από τις επιθέσεις των αντιπάλων εγκαινίασε μια σειρά άρθρων με τον τίτλο «Γεννηθήτω τω Φώς» στην εφημερίδα «Κήρυξ των Χανίων», στα οποία περιέγραφε την πολιτική του Ύπατου Αρμοστή. Μεταξύ των επιθέσεων που δέχθηκε ξεχωρίζει αυτή του Μητροπολίτη Κρήτης Ευμένιου, ο οποίος τον χαρακτήρισε[24] προδότη. Ο Βενιζέλος απάντησε με νέο άρθρο, για το περιεχόμενο του οποίο μηνύθηκε[24] από τον Μητροπολίτη και καταδικάστηκε[24] σε δεκαπενθήμερη φυλάκιση, την οποία και εξέτισε στη φυλακή Ιτζεδίν. Στις εκλογές του 1903 το κόμμα του Βενιζέλου ηττήθηκε[23] εκλογικά αναδεικνύοντας πέντε βουλευτές. Ύστερα από συνεννοήσεις[24] με άλλες ηγετικές μορφές της πολιτικής σκηνής τέθηκε επικεφαλής της «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης», η οποία στις 26 Φεβρουαρίου 1905 διακήρυξε[23] την ένωση με την Ελλάδα, και σε περίπτωση αδυναμίας την αυτονομία της νήσου, καθώς και την αναθεώρηση του συντάγματος. Στις 23 Μαρτίου 1905 ο Βενιζέλος μαζί με χίλιους ενόπλους συγκεντρώθηκαν[25] στον Θέρισο. Σύντομα στον Θέρισο κατέφθασαν άλλοι επτά χιλιάδες πολεμιστές από διάφορα σημεία της Κρήτης. Στις 20 Απριλίου η Συνέλευση κήρυξε[26] την ένωση με την Ελλάδα και ζήτησε από τον Ύπατο Αρμοστή να πληροφορήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις γι´ αυτή την εξέλιξη, οι οποίες όμως αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την ανακήρυξη. Τον Μάιο πραγματοποιήθηκαν εκλογές, στις οποίες η παράταξη του Βενιζέλου, του Φούμη και του Πωλογεωργάκη συγκέντρωσε 33.279 ψήφους αναδεικνύοντας[27] 39 αντιπροσώπους έναντι 78 αντιπροσώπων του πρίγκιπα Γεωργίου. Στις 15 Ιουλίου οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν προθεσμία δεκαπέντε ημερών στους επαναστάτες, τελεσίγραφο[28] που δεν έγινε δεκτό. Όταν έληξε η προθεσμία, οι Μεγάλες Δυνάμεις κήρυξαν[28] στρατιωτικό νόμο. Μετά από συμβουλή του πρωθυπουργού της Ελλάδας Δημητρίου Ράλλη ο Ύπατος Αρμοστής ζήτησε από την Συνέλευση να προχωρήσει στην αναθεώρηση του συντάγματος. Στις 2 Νοεμβρίου ο Βενιζέλος και οι επαναστάτες παρέδωσαν[28] τα όπλα. Παράλληλα οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μια διερευνητική επιτροπή[23] για να αξιολογήσουν την κατάσταση στο νησί. Στις 23 Ιουλίου 1906 αποφασίστηκε[29] η διεθνής δύναμη που βρισκόταν στο νησί να αποχωρήσει, να ανατεθεί η ασφάλεια του νησιού σε Έλληνες αξιωματικούς, που θα έπρεπε όμως να αποχωρήσουν από τον ελληνικό στρατό, να οργανωθεί εκ νέου η πολιτοφυλακή, να δοθεί δάνειο 9.300.000 φράγκων στην Κρητική Πολιτεία, να υπάρξει πλήρης ισότητα χριστιανών και μουσουλμάνων κ.α. Αν και η ελληνική κυβέρνηση και το παλάτι διαφωνούσαν[29] με την λύση, ο Βενιζέλος καθώς και ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου πρίγκιπας Κωνσταντίνος τάχθηκαν[29] υπέρ αυτού του σχεδίου με αποτέλεσμα ο πρίγκιπας Γεώργιος να παραιτηθεί από τη θέση του Ύπατου Αρμοστή για να διευκολύνει την κατάσταση. Ως αντικαταστάτης του επιλέχθηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης.
Στις 12 Οκτωβρίου 1908 η Συνέλευση επικύρωσε τις αλλαγές και όρισε πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή. Σε αυτήν ο Βενιζέλος ανέλαβε τα υπουργεία εξωτερικών και δικαιοσύνης.[27] Στις 29 Ιουλίου 1909 οι δυνάμεις του διεθνούς στρατού αποχώρησαν από την Κρήτη. Στις εκλογές του 1910 εξελέγη[27][30] πρόεδρος της Συνέλευσης και πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας. Τον ίδιο μήνα εκδόθηκε το ψήφισμα για ένωση με την Ελλάδα και αναχώρησε για την Αθήνα για να συναντηθεί με τους ηγέτες του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Τον Μάιο του 1910 οι Χριστιανοί της Κρήτης επανέλαβαν[31]το αίτημά τους για την ένωση με την Ελλάδα. Ο Βενιζέλος, ύστερα από παρότρυνση και της κυβέρνησης Δημητρίου Ράλλη, κατάφερε[31] να ηρεμήσει τους Κρητικούς και να τους πείσει να αποφύγουν τις ακραίες ενέργειες.

Άφιξη στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Λαϊκή λιθογραφία για το Κίνημα στο Γουδί
Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος μετά το ξέσπασμα του κινήματός είχε προσεγγίσει τον Δημήτριο Γούναρη για να σχηματίσει κυβέρνηση, μετά όμως την άρνηση αυτού, καθώς και του Νικολάου Ζορμπά, αναζήτησε νέο πρόσωπο. Κατόπιν προτάσεως κάποιου[iii] αξιωματικού αποφασίστηκε να κληθεί στην Ελλάδα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος ήταν γνωστός για την πολιτική του δράση στην Κρήτη. Ο τελευταίος είχε υποστηρίξει το κίνημα σε μια σειρά δέκα άρθρων που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Κήρυξ Χανίων». Στις 22 Δεκεμβρίου 1909 ο λοχαγός Ιουλιανός Κονταράτος μετέβη στα Χανιά για να του δώσει επιστολή[32] του Στρατιωτικού Συνδέσμου με την οποία τον καλούσε στην Ελλάδα για να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ο Βενιζέλος με δική του επιστολή ξεκαθάρισε πως δεν ενδιαφερόταν για την πρωθυπουργία και ότι θα ερχόταν στην Αθήνα ως πολιτικός σύμβουλος του Συνδέσμου. Στις 28 Δεκεμβρίου αφίχθη στον Πειραιά και αμέσως άρχισε επαφές με τα μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου καθώς και με τους πολιτικούς αρχηγούς[33] των κομμάτων. Βασικές προτάσεις του, που έγιναν αποδεκτές από τον Σύνδεσμο αλλά και από αρκετούς πολιτικούς, ήταν η, αντισυνταγματική,[34]σύγκληση αναθεωρητικής βουλής, και όχι συντακτικής, μη θέτοντας έτσι πολιτειακό ζήτημα, η διάλυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου μετά την σύγκληση αναθεωρητικής βουλής, η απομάκρυνση των βασιλοπαίδων από τον στρατό και ο διορισμός[33] νέας κυβέρνησης υπό τον Στέφανο Δραγούμη.
Την 1η Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση της Βουλής σχετικά με την ψήφιση της προτάσεως περί αναθεωρήσεως μη θεμελιωδών διατάξεων του συντάγματος, πρόταση που ψηφίστηκε με 150 ψήφους υπέρ και 11 κατά. Κατά την προεκλογική περίοδο ο Βενιζέλος έλειπε[35] στο εξωτερικό, στην Ελβετία και την Ιταλία επιστρέφοντας οκτώ ημέρες μετά την διεξαγωγή των εκλογών. Κατά τις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 η παράταξη του Βενιζέλου πέτυχε σημαντική νίκη έναντι των συνασπισμένων παλαιών κομμάτων αποκτώντας ευρεία πλειοψηφία στη Βουλή. Υπολογίσιμο αριθμό αποτελούσαν και οι βουλευτές που είχαν εκλεγεί με ανεξάρτητα ψηφοδέλτια και οι οποίοι υποστήριζαν την σύγκληση συντακτικής συνέλευσης. Ο ίδιος εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας λαμβάνοντας[35] 32.765 ψήφους σε σύνολο 38.800 ψήφων. Στις 22 Αυγούστου ο Βενιζέλος ίδρυσε το Κόμμα των Φιλελευθέρων ενώ στις 3 Σεπτεμβρίου συνήλθε σε πρώτη συνεδρίαση η αναθεωρητική Βουλή. Δύο ημέρες αργότερα ο Βενιζέλος εκφώνησε λόγο σε συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος υποστηρίζοντας[35] την αναγκαιότητα της αναθεωρητικής βουλής. Στις 12 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Δραγούμη παραιτήθηκε και λίγες ημέρες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση, στην οποία μεταξύ άλλων συμμετείχαν οι Εμμανουήλ ΡέπουληςΝικόλαος Δημητρακόπουλος κ.α., αναλαμβάνοντας[36] παράλληλα τα υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών. Αν και η αντιπολίτευση, η οποία είχε συγκεντρώσει[37] το 65% των ψήφων, και οι ανεξάρτητοι βουλευτές έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, υπό τη μορφή ανοχής, ο Βασιλιάς, ύστερα από συνεννόηση με τον Βενιζέλο, δημοσίευσε[35] στις 12 Οκτωβρίου διάταγμα διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών στις 28 Νοεμβρίου. Η αντισυνταγματική[iv], ενέργεια του Βασιλιά προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις της αντιπολίτευσης (ΡάλληςΜαυρομιχάληςΘεοτόκης), η οποία δήλωσε ότι θα απείχε[38] από την εκλογική διαδικασία σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αντίθετα οι «Κοινωνιολόγοι» και το νεοσύστατο Λαϊκό Κόμμα υπό την προεδρία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου φάνηκε να είναι θετικοί ως προς την διάλυση της Βουλής υποστηρίζοντας τις κινήσεις Βενιζέλου. Στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου το κόμμα των Φιλελευθέρων αναδείχθηκε νικητής συγκεντρώνοντας[35] 307 από τις 362 έδρες.

Νέο Σύνταγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συζήτηση για το νέο σύνταγμα ολοκληρώθηκε σε 42 συνεδριάσεις της ολεμέλειας της Βουλής, από τις οποίες ο Ελευθέριος Βενιζέλος συμμετείχε στις 41. Το νέο σύνταγμα δημοσιεύθηκε την 1η Ιουνίου 1911 και περιελάμβανε σημαντικές μεταρρυθμίσεις που απέβλεπαν[38] στην επιβολή της αρχή της νομιμότητας, στην καθιέρωση της ασφάλειας δικαίου και της ασφάλειας των συναλλαγών. Μαζί με το νέο σύνταγμα ψηφίστηκε και μία σειρά οργανικών[38] νόμων εγκαινιάζοντας[39] έτσι μια σειρά από μεταρρυθμιστικά μέτρα. Συνοπτικά καθιέρωσε μέτρα προστασίας των εργαζομένων, όπως την μονιμότητα[40] των δημοσίων υπαλλήλων καθώς και την βελτίωση των συνθηκών εργασίας στα εργοστάσια, τεμάχισε[39] τεράστιες εκτάσεις στη Θεσσαλία μοιράζοντας αυτές σε 4.000 οικογένειες[39], βελτίωσε[39] την απονομή δικαιοσύνης, και αναμόρφωσε το φορολογικό σύστημα.

Αναδιοργάνωση Στρατού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από την συνταγματική και διοικητική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Βενιζέλου σημαντικές πρωτοβουλίες καταγράφονται και στον στρατιωτικό τομέα. Κατόπιν προσωπικής του εντολής ζητήθηκε[41] η συνδρομή της Γαλλίας και της Αγγλίας για να εκπαιδεύσουν τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του ελληνικού στρατού. Αν και το παλάτι προέβαλε[41] αντιστάσεις, λόγω της φιλογερμανικής στάσης που διατηρούσε, σχετικά με τον ερχομό αυτής της ομάδας, τελικά η ομάδα ήρθε στις αρχές του 1911. Σε αντάλλαγμα, υπό την μορφή συμβιβασμού[41], ο Βενιζέλος κατέθεσε νομοσχέδιο για την επιστροφή των πριγκίπων στον ελληνικό στρατό, νομοσχέδιο που ψηφίστηκε[41] τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Επίσης αύξησε[42] τον αριθμό των στρατιωτιών, παρήγγειλε τουφέκια και πολεμικό υλικό και αναδιοργάνωσε[42] το Βασιλικό Ναυτικό. Μια από τις πρώτες κινήσεις του Βενιζέλου ήταν να διορίσει ως υπασπιστή του τον Ιωάννη Μεταξά.

Εργατική Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κυβερνήσεις Βενιζέλου ουσιαστικά έφεραν πρωτοπόρες αλλαγές και κατοχύρωσαν μια σειρά δικαιωμάτων των λαϊκών στρωμάτων σε διαφόρους τομείς όπως στην εργασία, στην κοινωνική πολιτική, στην υγεία, στην πρόνοια, στην εκπαίδευση και στη γεωργία.
Η εργατική πολιτική του Βενιζέλου χωρίζεται σε δύο περιόδους, αυτή του 1910 – 1920, (η οποία θεωρείται και η σπουδαιότερη διότι τότε τέθηκαν οι βάσεις της εργατικής πολιτικής για την Ελλάδα) και εκείνη του 1928 – 1932. Με τον Νόμο 281 του 1914 ρυθμίστηκε νομοθετικά ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα. Ακόμα το 1914 ψηφίστηκε ο Νόμος 551, ο οποίος κατοχύρωνε την αποζημίωση για τα εργατικά ατυχήματα. Το 1914 με το Νόμο 271 ρυθμίστηκε ο χρόνος εργασίας στα καταστήματα κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για την εποχή εκείνη. Επιπλέον ο Βενιζέλος δημιούργησε το Υπουργείο Γεωργίας Εμπορίου και Βιομηχανίας που σε συνδυασμό με το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας έβαλαν τις βάσεις για μια σωστή θεσμική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Την περίοδο 1914-1915 ο Ελευθέριος Βενιζέλος δημιούργησε Εμπορικά Βιομηχανικά Επιμελητήρια και Γεωργικούς Συνεταιρισμούς. Κατά την περίοδο 1917-1920 δημιουργήθηκε η Επιθεώρηση Εργασίας και προβλέφθηκαν ποινικές κυρώσεις για την προστασία των δικαιωμάτων των εργατών. Απαγορεύτηκαν τα μικτά συνδικάτα Εργατών-Εργοδοτών και κατοχυρώθηκαν οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Το 8ωρο της εργασίας εισήχθη σε πολλές ελληνικές βιομηχανίες, αυστηροποιήθηκαν οι όροι της παιδικής εργασίας και εισήχθη στην νομοθεσία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ακόμα καθιερώθηκε η Πανελλαδική Κυριακάτικη Αργία. Με την ανάπτυξη των Εργατικών Συνεταιρισμών ιδρύεται παράλληλα και ειδικό τμήμα στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Τα ταμεία συντάξεων και αλληλοβοήθειας υποβοηθούνται και ενισχύονται από το κράτος, ώστε να αναπτυχθούν και να πολλαπλασιαστούν.

Αγροτική Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αγροτική Πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου μέσω των μεταρρυθμίσεων της περιόδου 1910 – 1920 ήταν πραγματικά κάτι ριζοσπαστικό για την εποχή εκείνη. Η αναδιανομή των τσιφλικιών ήταν από τις πρώτες ενέργειες που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα στην Θεσσαλία από τα 7 περίπου εκατομμύρια στρέμματα εύφορης γης τα 4.800.000 ανήκαν σε 250 μεγάλο-γαιοκτήμονες με αποτέλεσμα η γη να βρίσκεται στα χεριά λίγων ενώ η πλειοψηφία τον αγροτών ήταν ουσιαστικά δουλοπάροικοι. Έτσι ο Βενιζέλος θέσπισε με το άρθρο 17 του Συντάγματος το δικαίωμα της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών από το κράτος. Την 21η Ιουλίου 1917 η μεταρρύθμιση επικυρώθηκε από τη Βουλή με την ψήφιση των ακόλουθων νομοθετημάτων:
  • Την αναγκαστική απαλλοτρίωση αγροτικών ακινήτων
  • Την παραχώρηση κτημάτων του κράτους σε καλλιεργητές για το σχηματισμό μικρών ιδιοκτησιών.
Στα χρόνια του 1910-1932 ο Βενιζέλος ίδρυσε το Υπουργείο Γεωργίας συνέστησε αγροτικά επιμελητήρια και συνεταιρισμούς, οργάνωσε την γεωργική εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες και τις γεωργικές υπηρεσίες του κράτους και ίδρυσε την Αγροτική Τράπεζα.

Τομές στη Δημόσια Υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Τομέα της Υγείας το 1917 έγινε ένα σημαντικότατο βήμα με την ίδρυση Υπουργείου Περιθάλψεως που αργότερα έγινε υπουργείο Υγείας. Με το Νόμο 4063/1912 καθορίστηκαν οι όροι άσκησης της ιατρικής αλλά και του νοσηλευτικού επαγγέλματος (1914). Η ψήφιση του Νόμου 346 της 01/11/1914 «Περί επιβλέψεως της Δημόσιας Υγείας» κατέστησε το κράτος υπεύθυνο για την Υγεία των Ελλήνων πολιτών αποτελώντας παράλληλα σημαντικό βήμα για την Δημόσια Υγεία σε Εθνική Κλίμακα.
Την περίοδο εκείνη η Ελλάδα υπέφερε από μεγάλο ποσοστό θνησιμότητας λόγω διαφόρων ασθενειών. Ο Βενιζέλος μερίμνησε επί του θέματος και με Υπουργό Υγείας τον ιατρό Αλέξανδρο Παππά το 1928 άρχισε τη ριζική αναδιοργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών. Απευθύνθηκε στην Κοινωνία των Εθνών, στο τμήμα Διεθνούς Υγείας και έτσι επιτροπή ξένων εμπειρογνωμόνων επισκέφτηκε τη χώρα μας και στις αρχές του 1929 παρέδωσε την έκθεσή της στην ελληνική κυβέρνηση. Σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής ιδρύθηκαν:
  • Αυτοτελές Υπουργείο Υγιεινής
  • Υγειονομικό Κέντρο Αθηνών
  • Υγειονομικά Κέντρα σε κάθε περιφέρεια της χώρας
  • Υγειονομική Σχολή Αθηνών
Αυτές οι πρωτοβουλίες συνέβαλαν σημαντικά ώστε η Ελλάδα να αντιμετωπίσει εν μέρη το πρόβλημα. Την περίοδο 1928-1932 ελήφθησαν πρωτοβουλίες για την βελτίωση της υγείας του παιδιού, ενώ δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στον μαθητικό πληθυσμό με ενημερώσεις ιατρικές εξετάσεις κλπ. Επιπλέον συστάθηκαν ιατρικά κέντρα που παρείχαν ιατρική περίθαλψη και εξέταζαν μαθητές, ενώ το 1929 εγκαινιάστηκε ο θεσμός του «Σχολίατρου» και της «Σχολικής Νοσοκόμας». Ο Βενιζέλος ίδρυσε ξεχωριστό Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας ανεξάρτητο από το Υπουργείο Υγιεινής ώστε να υπάρχει σχολαστική μέριμνα για την Υγεία των Πολιτών και ιδιαίτερα των οικονομικά ασθενέστερων. Όμως ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της κυβερνητικής πολίτικης σε αυτόν των τομέα υπήρξε η προσπάθεια δημιουργίας του θεσμού των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τον Νόμο 5733/1932 που ωστόσο ακυρώθηκε και δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί λόγο της ανόδου του Παναγή Τσαλδάρη στην εξουσία.

Φορολογική Μεταρρύθμιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακόμα μια σημαντικότατη πτυχή της Κοινωνικής Πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου ήταν η τροποποίηση της φορολογίας υπέρ των λαϊκών τάξεων.[εκκρεμεί παραπομπή] Οι κυβερνήσεις του Βενιζέλου της περιόδου 1910–1920 κατήργησαν όλους του μέχρι τότε ισχύοντες νόμους για τους άμεσους φόρους και εισήγαγαν τολμηρές φορολογικές μεταρρυθμίσεις. Σημαντικότερη ήταν η ψήφιση το 1917 του πολεμικού φόρου επί των έκτακτων κερδών.

Εκπαιδευτική Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον τομέα της Δημόσιας Παιδείας η Κυβέρνηση Βενιζέλου έκανε λαμπρά βήματα αρχικά με την κατασκευή 3.200 σχολείων ανά την Ελλάδα. Ακόμα ιδρύθηκαν τα κατώτερα επαγγελματικά σχολεία, γεωργικά, βιοτεχνικά, ναυτικά, εμπορικά, οικοκυρικά. Ταυτόχρονα ιδρύθηκαν σχολεία για άτομα με ειδικές ανάγκες και νυχτερινές σχολές. Τα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης έγιναν επίσης εξατάξια γυμνάσια ενώ οργανώθηκαν και πρακτικά λύκεια. Με τους νόμους 4376 και 4605 του 1930 ιδρύθηκαν πειραματικά σχολεία στα Πανεπιστήμια, στα οποία οι φοιτητές των καθηγητικών σχολών ασκούνταν στη διδακτική. Ακόμα καθιερώθηκε η δημόσια-δωρεάν υποχρεωτική Πρωτοβάθμια εκπαίδευση με παράλληλη προσπάθεια για καλύτερη ποιότητα παιδείας.

Βαλκανικοί Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρχαν διπλωματικές επαφές, με στόχο να γίνουν μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των εκεί χριστιανικών πληθυσμών. Σε περίπτωση αποτυχίας των μεταρρυθμίσεων, σχεδιαζόταν να εκδιωχθεί η Τουρκία από τα Βαλκάνια. Αυτό το τελευταίο φαινόταν εφικτό, επειδή μετά την εισαγωγή Συντάγματος, ο διοικητικός μηχανισμός της Τουρκίας είχε αποδιοργανωθεί, δεν είχε στόλο για να μεταφέρει δυνάμεις από τη Μικρά Ασία στην Ευρώπη και ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο. Ο Βενιζέλος δεν ήθελε να γίνουν άμεσα κινήσεις από τις βαλκανικές χώρες, προκειμένου να αναδιοργανωθεί στρατιωτικά η χώρα (προσπάθεια που είχε ξεκινήσει από την τελευταία κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη) και να είναι απολύτως έτοιμη όταν έρθει η ώρα που θα κρινόταν όλα (διέβλεπε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σύντομο διάστημα και τον αναπόφευκτο πόλεμο για τη διανομή των εδαφών). Πρότεινε στην Τουρκία να αναγνωρίσει στους Κρητικούς το δικαίωμα να στέλνουν βουλευτές στην ελληνική Βουλή, ούτως ώστε να κλείσει το Κρητικό Ζήτημα. Οι Νεότουρκοι (που είχαν πάρει αέρα μετά τη νίκη της Τουρκίας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897) απειλούσαν ότι θα κάνουν στρατιωτικό περίπατο μέχρι την Αθήνα, αν η τελευταία επέμενε σε τέτοιες αξιώσεις, προκαλώντας την τιμή και τα πληγωμένα από την ήττα του '97 πατριωτικά αισθήματα των Ελλήνων.
Ήταν λοιπόν μονόδρομος για το Βενιζέλο η συμμαχία με τις άλλες βαλκανικές χώρες, ΣερβίαΒουλγαρίαΜαυροβούνιο. Έπεισε τον διάδοχο Κωνσταντίνο να αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα σε κάποια βασιλική γιορτή στη Σόφια και το 1911 οργάνωσε επίσκεψη Βούλγαρων φοιτητών στην Αθήνα, που έγινε σε πολύ καλό κλίμα. Τον Μάιο του 1912 Ελλάδα και Βουλγαρία υπέγραψαν συνθήκη. Αλλά οι σφαγές των Κοτσάνων και της Μπράνας επέσπευσαν τις εξελίξεις. Η Σερβία και η Βουλγαρία που είχαν υπογράψει μεταξύ τους μυστική συνθήκη συμμαχίας, προσκάλεσαν την Ελλάδα τις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου 1912 να πάρει μέρος μαζί τους στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.
Ο Βενιζέλος είχε προσεγγίσει χωρίς αποτέλεσμα τους Τούρκους για το Κρητικό Ζήτημα και επιπλέον, δεν ήθελε να την πάθει η Ελλάδα όπως το 1877 με το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (τότε παρέμεινε αδρανής ενώ οι άλλοι βαλκανικοί λαοί πολέμησαν με αποτέλεσμα να μην έχει λόγο μετά στη συνθήκη ειρήνης). Έτσι, στις 30 Σεπτεμβρίου 1912 κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία. Ήταν ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Την 1 Οκτωβρίου, συνήλθε σε τακτική σύνοδο η Βουλή, όπου αναγγέλθηκε η κήρυξη του πολέμου, έγιναν δεκτοί οι Κρήτες βουλευτές, τους οποίους προσφώνησε ο ίδιος ο Βενιζέλος και κηρύχθηκε η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Ο ελληνικός λαός υποδέχθηκε τις εξελίξεις αυτές με μεγάλο ενθουσιασμό.
Ο στρατός, με αρχιστράτηγο το διάδοχο Κωνσταντίνο, προήλασε προς τη Μακεδονία, επιτυγχάνοντας αλλεπάλληλες νίκες και στις 26 Οκτωβρίου 1912 κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη. Σ' αυτή την περίοδο σημειώθηκε και η γνωστή διαφωνία με το διάδοχο Κωνσταντίνο Α΄, για την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει ο στρατός και ποιες πόλεις θα έπρεπε να απελευθερωθούν πρώτα. Η στρατιωτική σκέψη του Διαδόχου, του επέβαλε την πορεία προς το Μοναστήρι, ενώ ο Βενιζέλος προβλέποντας ότι η Θεσσαλονίκη θα γινόταν το μήλο της έριδος στα Βαλκάνια, έστειλε επείγον τηλεγράφημα στο Γενικό Επιτελείο και τον Κωνσταντίνο:
"Salonique à tout prix!" (Στη Θεσσαλονίκη πάση θυσία!)
Ο Βενιζέλος, προβλέποντας τα προβλήματα που θα εμφανίζονταν μετά την απελευθέρωση της πόλης στον τομέα της αστυνόμευσής της και γνωρίζοντας ότι οι Βούλγαροι σύμμαχοί μας αλλά και οι μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις θα προωθούσαν μία εικόνα άναρχης πόλης και μίας Ελληνικής πολιτείας ανίκανης να επιβάλει την τάξη, φρόντισε, από τις 24 Οκτωβρίου, πριν ακόμη απελευθερωθεί η πόλη, να διατάξει την μεταφορά δυνάμεως της Κρητικής Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη. Στις 20 Νοεμβρίου, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία υπέγραψαν ανακωχή με την Τουρκία. Η Ελλάδα συνέχιζε τον πόλεμο στο μέτωπο της Ηπείρου. Ακολούθησε συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, όπου η Ελλάδα πήρε μέρος αν και δεν είχαν τελειώσει οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο. Η συνδιάσκεψη αυτή κατέληξε στη Συνθήκη του Λονδίνου μεταξύ των βαλκανικών συμμάχων και της Τουρκίας, ουσιαστικά σύμφωνα με τις επιθυμίες των Μεγάλων Δυνάμεων.
Την επομένη της νίκης, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ιβάν Γκέσωφ, ενώ γινόταν δοξολογία στη Σόφια για τη συμμαχική νίκη, έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα στο Βενιζέλο:
«Είμαι ευτυχής, αναγγέλλων υμίν την συγκινητικήν ταύτην τελετήν, κατά την οποίαν η αγία ημών Εκκλησία ηυλόγησε γεγονός το οποίον διά πρώτην φοράν η ιστορία θα αναγράψη εν τη βαλκανική χερσονήσω και σας παρακαλώ να ευαρεστηθήτε όπως δεχθήτε όλα τα συγχαρητήριά μου και τας ειλικρινείς ευχάς, τας οποίας εκφράζω, όπως εν καλόν και ευτυχές τέλος επιστέψη το έργον, του οποίου η πρωτοβουλία τα μέγιστα οφείλεται εις την Υμετέραν Εξοχότητα και την Κυβέρνησιν, της οποίας προΐστασθε».
Γρήγορα εντούτοις οι Βούλγαροι, οι οποίοι ήθελαν να γίνουν ηγεμονική δύναμη στα Βαλκάνια και να αποκτήσουν διέξοδο στη θάλασσα, προέβαλαν υπερβολικές αξιώσεις. Και η Σερβία ζητούσε περισσότερα εδάφη απ' όσα είχε προσυμφωνήσει με τους Βουλγάρους, επειδή τους βοήθησε στη Θράκη πέρα απ' όσο είχε συμφωνηθεί. Κι ο Βενιζέλος ξεκαθάρισε στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου ότι η Θεσσαλονίκη ήταν της Ελλάδας, αφού άλλωστε πρώτος την κατέλαβε ο ελληνικός στρατός.
Η ρήξη μεταξύ των συμμάχων λόγω της τακτικής των Βουλγάρων και ειδικότερα της τακτικής του πρωθυπουργού τους Στογιάν Δάνεφ, (που είχε στο μεταξύ αντικαταστήσει τον Γκέσωφ), ήταν αναπόφευκτη. Έτσι βρέθηκε η Βουλγαρία απέναντι σ' ένα ενιαίο μέτωπο Ελλάδας - Σερβίας, οι οποίες στις 19 Μαΐου 1913 υπέγραψαν σύμφωνο συμμαχίας στη Θεσσαλονίκη. Στις 19 Ιουνίου 1913 κηρύχθηκε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Ο βασιλιάς πλέον Κωνσταντίνος (κατόπιν της δολοφονίας του Γεωργίου Α΄) έδιωξε τις βουλγαρικές δυνάμεις από τη Θεσσαλονίκη, κατήγαγε δε κατόπιν αλλεπάλληλες νίκες επί του βουλγαρικού στρατού. Νικημένοι από τους Έλληνες και τους Σέρβους κι ενώ ο ρουμανικός στρατός προήλαυνε προς τη Σόφια φτάνοντας σε απόσταση σαράντα χιλιομέτρων από το κέντρο της, οι Βούλγαροι ζήτησαν ανακωχή. Ο Βενιζέλος πήγε στο Χατζή Μπεϊλίκ, έδρα του ελληνικού στρατηγείου, όπου προσδιόρισε μαζί με τον Κωνσταντίνο τις εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας στη συνδιάσκεψη της ειρήνης που θα ακολουθούσε. Κατόπιν ανεχώρησε για το Βουκουρέστι, όπου συνήλθε η συνδιάσκεψη. Στις 28 Ιουνίου 1913 υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης από την Ελλάδα, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Ρουμανία αφενός και από τη Βουλγαρία αφετέρου. Οι αξιώσεις της Ελλάδας έγιναν όλες δεκτές. Ο Βενιζέλος γνωστοποίησε αυθημερόν με τηλεγράφημα στον βασιλιά την υπογραφή της συνθήκης.
Η απάντηση του Κωνσταντίνου ήταν η εξής:
«Ευχαριστώ υμάς επί τη αναγγελία της υπογραφής της ειρήνης. Ο Θεός πλουσιοπαρόχως ηυλόγησε τας προσπαθείας ημών. Εν ονόματι του έθνους και εμού εκφράζω υμίν τας βασιλικάς μου ευχαριστίας. Νέα και ένδοξος εποχή διανοίγεται ενώπιον ημών. Εις πίστωσιν δε της ευγνωμοσύνης και της προς υμάς υπολήψεώς μου απονέμω υμίν τον Μεγαλόσταυρον του βασιλικού μου Τάγματος του Σωτήρος. Η πατρίς σάς είναι ευγνώμων».
Και η απάντηση του Βενιζέλου:
«Βαθύτατα συγκεκινημένος από το τηλεγράφημα της Υμετέρας Μεγαλειότητος, παρακαλώ αυτήν ευλαβώς να δεχθή την έκφρασιν της αναλλοιώτου μου ευγνωμοσύνης διά την επιεική εκτίμησιν των υπηρεσιών μου. Με το ευτυχές τέρμα και του δευτέρου πολέμου υπό τον μέγαν στρατηλάτην βασιλέα, όστις διά του ξίφους του εμεγάλωσε την Ελλάδα, η φιλτάτη πατρίς καταλαμβάνει την ανήκουσαν αυτή θέσιν εν τω κόσμω και με σταθερόν βήμα θέλει χωρήσει εις ευρύτατον μέλλον, ασφαλίζουσα το μεγαλείον και την ευημερίαν αυτής».

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Προτομή του Ελευθερίου Βενιζέλου στο ΒελιγράδιΣερβία
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε το καλοκαίρι του 1914. Μέχρι το 1915 η Ελλάδα παρέμεινε εκτός της σύρραξης. Της ζήτησε όμως η Αντάντ να πάρει μέρος στην εκστρατεία στα Δαρδανέλλια. Ο Βενιζέλος, που ήθελε να μπει η χώρα στον πόλεμο με την Αντάντ, πιστεύοντας στην τελική νίκη της, διαφώνησε με το βασιλιά, υπέβαλε την παραίτησή του και πήγε για ταξίδι ξεκούρασης και αναψυχής στην Αίγυπτο. Η Βουλή διαλύθηκε κατόπιν βασιλικού διατάγματος κι έγιναν εκλογές στις 31 Μαΐου 1915, με το Βενιζέλο να τις παρακολουθεί από τη Μυτιλήνη, που έδωσαν την πλειοψηφία στο Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο βασιλιάς με βαριά καρδιά και πολύ απογοητευμένος, μιας και πίστευε ότι η πολεμική του δράση θα ανταμειβόταν και στην κάλπη από τον ελληνικό λαό, ο οποίος τον αποθέωνε δυο χρόνια πριν κατά την επιστροφή από το μέτωπο και εκδήλωνε ακόμα την αγάπη του, έδωσε εντολή στο Βενιζέλο να σχηματίσει κυβέρνηση, από την επόμενη κιόλας μέρα όμως ψάχνοντας αφορμές να σύρει τη χώρα σε νέες εκλογές. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε αποφασίσει να απαλλαγεί από τον Κρητικό πολιτικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι για δύο ακόμα μήνες μέχρι τον Αύγουστο του 1915 συνέχισε να άρχει της χώρας η ηττημένη εκλογικά πρώην κυβέρνηση του Γούναρη, καθότι ο βασιλιάς προφασιζόμενος ασθένεια καθυστερούσε να προχωρήσει στη σύγκληση της νέας βουλής. Τελικώς, όταν συγκλήθηκε η νέα βουλή, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος, τόνισε σε κοινοβουλευτική ομιλία του ότι η Ελλάδα θα έμενε ουδέτερη εκτός αν έκτακτες περιστάσεις την υποχρέωναν ν' αλλάξει γραμμή πλεύσης, μη θέλοντας σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τη χώρα να οξύνει περισσότερο τα πράγματα, ελπίζοντας ότι ο βασιλιάς θα έβλεπε το συμφέρον της χώρας καθαρότερα στο μέλλον.
Το Σεπτέμβριο 1915 η Βουλγαρία προσχώρησε στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες και κήρυξε επιστράτευση. Ήταν ευκαιρία για τη Βουλγαρία να ξεπλύνει την ήττα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου και να επεκτείνει τα εδάφη της. Η Ελλάδα κήρυξε επίσης επιστράτευση αλλά προέκυψε διχογνωμία μεταξύ Κωνσταντίνου - Βενιζέλου όσον αφορούσε στις υποχρεώσεις της χώρας μας απέναντι στη Σερβία εκ της συνθήκης που είχαν υπογράψει οι δύο χώρες το 1913, με την οποία η Ελλάδα είχε υποσχεθεί να προστρέξει σε βοήθεια της Σερβίας σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση. Ο Βενιζέλος, ευρισκόμενος σε αδιέξοδο και μη δυνάμενος να δράσει όπως ήθελε, παραιτήθηκε. Σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη στην οποία συμμετείχαν οι αρχηγοί όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Μετά από λίγο καιρό όμως παραιτήθηκε και η κυβέρνηση Ζαΐμη καθώς ο βασιλιάς κωλυσιεργούσε να απαντήσει στις δυνάμεις της Αντάντ που πίεζαν για έξοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό τους και σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Σκουλούδη, στην οποία πήραν μέρος όλοι όσοι συνέπραξαν στην προηγούμενη κυβέρνηση (Ζαΐμη).
Η κυβέρνηση του υπέργηρου Σκουλούδη (80 ετών), χωρίς αποτέλεσμα επίσης, διέλυσε τη Βουλή και διεξήγαγε εκλογές στις 6 Δεκεμβρίου 1915, στις οποίες δεν πήρε μέρος το Κόμμα των Φιλελευθέρων, θεωρώντας τες άκυρες, στην πραγματικότητα θέλοντας να στηλιτεύσει την πέρα κάθε ορίου βασιλική ανάμειξη στις πολιτικές υποθέσεις και επειδή φοβόταν ότι αν ηττηθεί θα υπήρχε λαϊκή νομιμοποίηση της βασιλικής άποψης περί ουδετερότητας, κάτι που δεν ήθελε να συμβεί, καθότι θα περιοριζόταν η αντιπολιτευτική δράση της βενιζελικής παράταξης και τα ερείσματά της στο λαό, με ό,τι συνεπαγόταν και για τις εθνικές υποθέσεις μια τέτοια εξέλιξη. Από πληροφορίες δε, γνώριζαν ότι οι κωνσταντινική μερίδα θα έκανε εκμετάλλευση της επιστράτευσης στην οποία βρισκόταν τότε ο ελληνικός στρατός για να φέρει το αποτέλεσμα που ήθελε και να νικήσει (π.χ. οι στρατιώτες, ένας αριθμός 300.000 αντρών, θα ψήφιζαν εντός των στρατοπέδων υποκείμενοι σε πολλές πιέσεις ή εκφοβισμούς, έχοντες και το φάσμα ενός νέου πολέμου μπροστά τους). Εν τω μεταξύ, οι σύμμαχοι της Αντάντ, αποβίβασαν στρατό στη Θεσσαλονίκη, υπό τη γενική διοίκηση του αυταρχικού και υπερόπτη Γάλλου στρατηγού Σαράιγ, ανοίγοντας το Βαλκανικό Μέτωπο. Στα αγγλογαλλικά στρατεύματα προστέθηκαν λίγο αργότερα 130.000 Σέρβοι στρατιώτες μεταφερόμενοι με πλοία από την Κέρκυρα, όπου είχαν καταφύγει μαζί με τη σερβική βουλή και κυβέρνηση μετά τη συντριβή του σερβικού στρατού από τη συνδυασμένη επίθεση της Βουλγαρίας, της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας (την Κέρκυρα είχαν καταλάβει τότε οι Δυνάμεις της Αντάντ για να γλιτώσουν το σερβικό στρατό από την πλήρη καταστροφή, χωρίς να ερωτηθεί καν η ελληνική κυβέρνηση που μη μπορώντας να αντιδράσει, δέχτηκε το γεγονός).

Εθνικός Διχασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Η ηγετική τριανδρία της Εθνικής Αμύνης. Από αριστερά: Παύλος Κουντουριώτης, Ελευθέριος Βενιζέλος, Παναγιώτης Δαγκλής
Στις 16 Αυγούστου 1916 έγινε συλλαλητήριο των βενιζελικών στην Αθήνα, όπου με την υποστήριξη του συμμαχικού στρατού, που είχε αποβιβαστεί στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, ο Βενιζέλος ανακοίνωσε στο λαό την πλήρη διαφωνία του με τους χειρισμούς του Στέμματος. Τέθηκε επικεφαλής επανάστασης (Κίνημα Εθνικής Άμυνας) με έδρα τη Θεσσαλονίκη, όπου πήγε και σχημάτισε επαναστατική «Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας» μαζί με τους ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή, χρησιμοποιώντας την ήδη ευρισκόμενη εκεί Κρητική Χωροφυλακή, αφού προηγουμένως στις 25 Σεπτεμβρίου πέρασε από την Κρήτη, η οποία προσχώρησε κι αυτή στην επανάσταση. Ο Βενιζέλος διστάζοντας να προχωρήσει στην κατάργηση της μοναρχίας διακήρυξε: «δεν στρεφόμαστε εναντίον του Βασιλιά, αλλά εναντίον των Βουλγάρων», επιρρίπτοντας την ευθύνη στους «κακούς συμβούλους» του Κωνσταντίνου. Προσχώρησαν επίσης στο Κίνημα και τα άλλα νησιά του Αιγαίου. Η διαφωνία του νόμιμου πρωθυπουργού Βενιζέλου με το βασιλιά Κωνσταντίνο, η παραίτησή του Βενιζέλου και ο σχηματισμός στη Θεσσαλονίκη Προσωρινής Κυβέρνησης (26 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1916), η οποία τάχθηκε με το πλευρό των Συμμάχων και κήρυξε έκπτωτο τον Κωνσταντίνο, καθώς και οι συγκρούσεις των Νοεμβριανών στην Αθήνα, ήταν η αιτία για την οποία η Εκκλησία της Ελλάδας τελικά αφόρισε τον Βενιζέλο.[43]

Επάνοδος, Συνθήκη των Σεβρών και εκλογική ήττα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Ελληνική λιθογραφία που απεικονίζει τον Βενιζέλο ανάμεσα στους νικητές του Ά Παγκσμίου Πολέμου

Χαρτής που απεικονίζει την Ελλάδα μετά την Συνθήκη των Σεβρών
Στην Αθήνα επενέβη η Αντάντ και υποχρέωσε την κυβέρνηση Σκουλούδη να παραιτηθεί. Σχηματίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Καλογερόπουλο και η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της (καθότι απλώς πλέον μεταβατική και διαχειριστική). Τα μέλη της κυβέρνησης Καλογερόπουλου διαφώνησαν μεταξύ τους ως προς την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί, οδηγώντας έτσι το κυβερνητικό αυτό σχήμα αυτό σε παραίτηση. Ακολούθησε ο καθηγητής Σπυρίδων Λάμπρου ο οποίος δέχτηκε την πρόταση του βασιλιά και σχημάτισε κυβέρνηση με μη πολιτικά πρόσωπα. Την κυβέρνηση αυτή η οποία επίσης δεν παρήγαγε κάποιο αποτέλεσμα διαδέχθηκε νέα υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη (ο οποίος λόγω χαρακτήρος συχνά καλούνταν τις δύσκολες στιγμές). Οι σύμμαχοι, εκνευρισμένοι από την παρελκυστική πολιτική του βασιλιά ο οποίος απλώς κέρδιζε χρόνο, αποφάσισαν να τον απομακρύνουν από το θρόνο και την Ελλάδα, να τον διαδεχθεί δε ο δευτερότοκος γιος του Αλέξανδρος, παραμερίζοντας τον πρωτότοκο Γεώργιο. Στις 29 Μαΐου 1917, ο Κωνσταντίνος αναχώρησε από την Ελλάδα και λίγες μέρες μετά ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση, συγκλήθηκε δε η Βουλή, η οποία είχε προκύψει από τις εκλογές της 31 Μαΐου 1915 (θεωρούμενες οι επόμενες βουλές ως αντισυνταγματικές και η οποία ονομάστηκε Βουλή των Λαζάρων λόγω της ανάστασής της μετά από τόσο καιρό). Στις 11/24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.
Όταν η Γερμανία υπέγραψε ανακωχή, συνήλθε στο Παρίσι η Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, όπου ο Βενιζέλος παρέστη ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας και προέβαλε τις αξιώσεις της χώρας μας, οι οποίες έγιναν στο σύνολό τους δεκτές με τις συνθήκες του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) και των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920). Ως αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών η Ελλάδα προσάρτησε (προσωρινά) την Ανατολική Θράκη και την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης στην εκείθεν του Αιγαίου πλευρά. Όντας στη Γαλλία εκείνο τον καιρό, ο Βενιζέλος εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ενώ όμως επρόκειτο να γυρίσει στην Ελλάδα, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών (από εκεί έπαιρνε κάποιος το τρένο για την πόλη Λυών), στο Παρίσι, από δύο απότακτους Έλληνες αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου. Αφού θεραπεύτηκε από τα τραύματά του, γύρισε το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα.
Ο θάνατος του άτυχου βασιλιά Αλέξανδρου είχε ως συνέπεια ν' ανακηρύξει αντιβασιλέα η Βουλή τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Την 1 Νοεμβρίου1920 έγιναν βουλευτικές εκλογές. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων έλαβε 50,31% του συνόλου των ψήφων αλλά νικήθηκε από την ενωμένη αντιπολίτευση που είχε λάβει το 49,36% λόγω του εκλογικού νόμου, που οδήγησε τις περισσότερες έδρες στην αντιβενιζελική παράταξη. Είναι φανερό πόσο διχασμένος ήταν τότε ο λαός.
Ο Βενιζέλος παρά το μεγάλο ποσοστό του κόμματός του, δεν εξελέγη καν βουλευτής. Τη μεθεπομένη σχημάτισε κυβέρνηση ο Δημήτριος Ράλλης, παραιτήθηκε ο Κουντουριώτης κι έγινε αντιβασίλισσα η βασιλομήτωρ Όλγα μέχρι να γίνει δημοψήφισμα, το οποίο θα επανέφερε τον εξόριστο Κωνσταντίνο. Στις 4 Νοεμβρίου ο Βενιζέλος αναχώρησε για το Παρίσι, δηλώνοντας ότι αποσύρεται από την ενεργό πολιτική και σκοπεύει να ιδιωτεύσει αλλά αν η χώρα ζητήσει τις υπηρεσίες του στο εξωτερικό, θα είναι στη διάθεσή της. Σύντομα και μετά το δημοψήφισμα της επιστροφής του, την ουσιαστική εξουσία ανέλαβε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.

Συνθήκη της Λωζάνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Εμπρός» αναγγέλλει την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την επανάσταση του 1922, ο Βενιζέλος δέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη διάσκεψη της Λωζάνης όπου στις 24 Ιουλίου 1923 υπέγραψε τη Συνθήκη της Λωζάνης με την Τουρκία. Στις 16 Δεκεμβρίου 1923 έγιναν εκλογές για συντακτική συνέλευση από τις οποίες απείχε η αντιπολίτευση. Ο Βενιζέλος εκλέχθηκε βουλευτής στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές (το επέτρεπε το εκλογικό σύστημα) κι επέστρεψε στην Ελλάδα, έγινε δε πρόεδρος της Βουλής με την ψήφο όλων των βουλευτών. Διαφώνησε όμως με την πολιτική παράταξη που είχε ταχθεί στο πολιτειακό υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας (την επομένη των εκλογών απομακρύνθηκε προσωρινά ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄), παραιτήθηκε από την προεδρία της Βουλής και σχημάτισε κυβέρνηση στις 11 Ιανουαρίου 1924 (Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1924) θέλοντας να συμβιβάσει τα πράγματα. Όμως, η ανάμειξη ξένων στοιχείων στην πολιτική και ένα πρόβλημα στην υγεία του τον υποχρέωσαν να παραιτηθεί στις 4 Φεβρουαρίου, να υποδείξει ως διάδοχό του τον Γεώργιο Καφαντάρη και να φύγει και πάλι στο Παρίσι.
Δεν άκουσε τους οπαδούς του που του ζητούσαν να επανέλθει και να αναλάβει και πάλι την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στο Παρίσι επιδόθηκε στη μετάφραση των «Ιστοριών» του Θουκυδίδη. Η μετάφραση αυτή είναι ένα μνημειώδες έργο και αποτελεί λαμπρή συνεισφορά στο εγχείρημα της μεταφοράς των κειμένων της αρχαιότητας στα νέα ελληνικά.

Νέα άνοδος (1928-32)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Ο Βενιζέλος το 1930
Αφού ανέτρεψε τη δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου ο Γεώργιος Κονδύλης στις 22 Αυγούστου 1926ορκίστηκε πρωθυπουργός και έκανε εκλογές, στις οποίες δεν συμμετείχε ο ίδιος, ούτε ο Βενιζέλος που δεν θέλησε να είναι υποψήφιος. Βοήθησε όμως να σχηματιστεί οικουμενική κυβέρνηση από τον Αλέξανδρο Ζαΐμη με στόχο την γεφύρωση των πολιτικών διαφορών και την εθνική συμφιλίωση. Η κυβέρνηση αυτή παραιτήθηκε και σχηματίστηκε νέα στην οποία δεν συμμετείχε το Λαϊκό Κόμμα. Ο Βενιζέλος γύρισε τότε στην Ελλάδα, διαφώνησε ωστόσο με την κυβέρνηση επί της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Η διαφωνία του οδήγησε στη διάσπαση του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του οποίου ανέλαβε την ηγεσία. Στις 5 Ιουλίου 1928 παραιτήθηκε η κυβέρνηση Ζαΐμη. Ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός και προκήρυξε εκλογές για τις 19 Αυγούστου 1928. Τις κέρδισε το Κόμμα των Φιλελευθέρων που πήρε τις 228 από 250 έδρες της Βουλής. Ο Βενιζέλος κυβέρνησε μέχρι το 1932.

Οικονομική και εσωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νέα κυβέρνηση του Βενιζέλου κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης του 1929, με κατάληξη όμως τη χρεωκοπία της χώρας το 1932.
Στις δράσεις τις κυβέρνησης αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται ακόμα η ίδρυση του ΣτΕ, αλλά και ο αμφιλεγόμενος νόμος για την προστασία του κοινωνικού καθεστώτος («Ιδιώνυμο»).

Εξωτερική πολιτική 1928-32[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριος στόχος του Βενιζέλου την περίοδο αυτή υπήρξε να αποφύγει την εξάρτηση της Ελλάδας από μία μόνο μεγάλη δύναμη. Προσπάθησε λοιπόν, να δημιουργήσει φιλικές σχέσεις τόσο με τις γειτονικές χώρες όσο και με αυτές που κυριαρχούσαν στη Μεσόγειο. Έτσι, η πρώτη διπλωματική κίνηση του Βενιζέλου ήταν η υπογραφή συμφώνου φιλίας, συνδιαλλαγής και δικαστικού διακανονισμού με την Ιταλία στις 23 Σεπτεμβρίου 1928.
Βαλκάνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Εν συνεχεία, ο Βενιζέλος στράφηκε στη Γιουγκοσλαβία, η οποία από καιρό είχε διεκδικήσεις για μία «ελεύθερη ζώνη» στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ο Βενιζέλος αποδέχτηκε ορισμένες από τις γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις και αφού απομακρύνθηκε αυτό το εμπόδιο, στις 17 Μαρτίου 1929 υπογράφτηκε το ελληνογιουγκοσλαβικό πρωτόκολλο στη Γενεύη.
Με τη Βουλγαρία η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη: οι Βούλγαροι απέρριψαν την προσφορά του Βενιζέλου για δημιουργία «ελεύθερου λιμανιού» στη Θεσσαλονίκη ή την Αλεξανδρούπολη, καθώς διατηρούσαν αλυτρωτικές βλέψεις για τις περιοχές αυτές. Έτσι, ο Βενιζέλος περιορίστηκε στην επανάληψη πλήρων διπλωματικών σχέσεων με τη γείτονα χώρα.
Ελληνοτουρκική προσέγγιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βενιζέλος με τον Ατατούρκ στην Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1930
Η πιο πολυσυζητημένη όμως, πράξη του Βενιζέλου ήταν η υπογραφή της ελληνοτουρκικής σύμβασης στην Άγκυρα, στις 10 Ιουνίου 1930[44]. Με αυτή τη συμφωνία έκλεισαν οι περισσότερες εκκρεμότητες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Ελλάδα συμφώνησε να πληρώσει 425.000 λίρες Αγγλίας ως αποζημίωση για τους Τούρκους που έφυγαν από τη χώρα και σε αντάλλαγμα η Τουρκία δεχόταν να αναγνωρίσει τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ως μόνιμους κατοίκους. Εν συνεχεία, στις 30 Οκτωβρίου υπογράφτηκε στην Άγκυρα το σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας, ουδετερότητας και διαιτησίας. Η διπλωματική αυτή προσέγγιση άλλαξε άρδην το κλίμα στις δύο χώρες με αποτέλεσμα τόσο ο Βενιζέλος στην Άγκυρα όσο ο Ισμέτ Ινονού στην Αθήνα να τύχουν θερμής υποδοχής από τους κατοίκους.
Τον Ιανουάριο του 1934, ο Βενιζέλος με επιστολή του προς τον πρόεδρο της επιτροπής απονομής των βραβείων Νόμπελ, θα προτείνει να δοθεί το βραβείο στον Τούρκο πρόεδρο Μουσταφά Κεμάλ.[45][46]
Επικρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Όμως, οι διπλωματικές αυτές κινήσεις του Βενιζέλου συνάντησαν σημαντική αντίδραση, καθώς έβαλε σε δεύτερη μοίρα τις εθνικές βλέψεις της χώρας. Η Ιταλία είχε ακόμα στην κατοχή της τα Δωδεκάνησα και ο Βενιζέλος συνειδητά απέφυγε να ανακινήσει αυτό το ζήτημα για να μη διαταράξει τις σχέσεις των δύο χωρών. Εν όψει μάλιστα της σύναψης του συμφώνου της ελληνοϊταλικής φιλίας στις 23.9.1928, δήλωσε στον Τύπο: «Δεν δύναται και δεν πρέπει η Δωδεκάνησος να εμποδίση την ανάπτυξιν και εμπέδωσιν των σχέσεων φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας». Παράλληλα, αποθάρρυνε τις πρωτοβουλίες των Κυπρίων για Ένωση θεωρώντας ότι δεν ήταν κατάλληλες οι περιστάσεις.[47] Όμως αναμφίβολα, το ζήτημα που ακόμα και σήμερα προκαλεί τις περισσότερες συζητήσεις είναι η ελληνοτουρκική προσέγγιση, γιατί με αυτή την κίνηση ο Βενιζέλος έθεσε οριστικά τέρμα στις ελπίδες των μικρασιατών να επιστρέψουν στις εστίες τους, αλλά και γιατί εξίσωσε τις αποζημιώσεις των Ελλήνων προσφύγων με αυτές των απελθόντων Τούρκων. Αυτό οδήγησε στην εκλογική τους αποξένωση με αποτέλεσμα αρκετοί μικρασιάτες να στραφούν στο Λαϊκό Κόμμα στις επόμενες εκλογές.[48]

Πραξικόπημα και εξορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 16 Ιανουαρίου 1933 η κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη ανατράπηκε και, για τελευταία φορά, πρωθυπουργός έγινε ο Βενιζέλος. Στις εκλογές της 5 Μαρτίου όμως τα αντίπαλα κόμματα πλειοψήφισαν. Τότε ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας ηγήθηκε πραξικοπήματος υπέρ του Βενιζέλου. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όμως ονόμασε πρώτα πρωθυπουργό τον στρατηγό Αλέξανδρο Οθωναίο ώστε να καταστείλει το πραξικόπημα, και αμέσως μετά έκανε πρωθυπουργό τον Τσαλδάρη. Στις αρχές Μαΐου ο Ιωάννης Μεταξάς κατέθεσε στην Βουλή πρόταση δίωξης του Βενιζέλου. Το βράδυ της 6ης Ιουνίου αντιβενιζελικοί αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο στην λεωφόρο Κηφισίας και ακολούθησαν και διώξεις φιλοβενιζελικών αξιωματικών. Κατά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του τραυματίστηκε η γυναίκα του Έλενα Βενιζέλου, η οποία επέβαινε επίσης στο αυτοκίνητο, και σκοτώθηκαν μέλη της προσωπικής του ασφάλειας.
Το 1935, ο Βενιζέλος ενθάρρυνε το στρατιωτικό κίνημα που εκδηλώθηκε την 1 Μαρτίου από αξιωματικούς. Το κίνημα όμως δεν είχε αρχηγό, απέτυχε και είχε ως αποτελέσματα την αποχώρηση του Γεωργίου Παπανδρέου από το Κόμμα Φιλελευθέρων, την έκδοση νόμων δίωξης των φιλοβενιζελικών και περιορισμού άρθρων του Συντάγματος.
Ο Βενιζέλος μετά από μια δήλωση αποχώρησης από την πολιτική ζωή κατέφυγε στο Παρίσι. Λίγους μήνες αργότερα, δικάζεται ερήμην στην Αθήνα από την κυβέρνηση Τσαλδάρη και τελικώς καταδικάζεται σε θάνατο ως «προδότης της πατρίδος». Συνεργάτες του στρατιωτικοί εκτελούνται μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα του Πάσχα. Ανάμεσά τους οι στρατηγοί Αναστάσιος Παπούλας και Μιλτιάδης Κοιμήσης στην Αθήνα και ο ίλαρχος Στέλιος Βολάνης στη Θεσσαλονίκη.[49]

Προσωπική ζωή & Πληροφορίες

Ήταν παντρεμένος (1890 - 1894) με την Μαρία Ελευθερίου-Κατελούζου και είχε αποκτήσει δύο παιδιά: τον Κυριάκο Βενιζέλο και τον Σοφοκλή Βενιζέλο, βουλευτή, υπουργό και πρωθυπουργό της Ελλάδας. Εγγονός του είναι ο Νικήτας Βενιζέλος. Μετά τον θάνατο της συζύγου του, παντρεύτηκε το 1921 την Έλενα Σκυλίτση. Κατα τη διάρκεια της ζωής του ο Ελευθέριος Βενιζέλος διέμενε μεταξύ ΧανίωνΑθήνας και εξωτερικού, ιδιαίτερα στο Παρίσι. Στα Χανιά έμενε στην οικογενειακή οικία της Χαλέπας από το 1880 έως το 1910 και κατά διαστήματα από το 1927 μέχρι το 1935 ενώ στην Αθήνα κατοικούσε μεταξύ άλλων στην οικία Ζωγράφου[50] επί των οδών Λυκαβηττού και Πανεπιστημίου καθώς και σε Μέγαρο επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας που ανήκε στην δεύτερη γυναίκα του, Έλενα Σκυλίτση.
Στην ηλικία των είκοσι επτά ετών έχοντας καταφύγει στην Αθήνα από τις διώξεις των Τούρκων ξεκίνησε να γράφει για την «Κρητική Επανάσταση του 1889», έργο 146 σελίδων που έμεινε όμως ημιτελές.[51] Ήταν ο πρώτος που μετέφρασε την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη στην Νέα Ελληνική γλώσσα.
Είχε εκλεγεί μέλος[52] της Γαλλικής Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών (1919). Υποστηρίζεται[53] ότι υπήρξε τέκτονας της Στοάς Αθηνών από το 1898.

Θάνατος και ταφή

««Ὁ προκείμενος νεκρὸς ἤτο ἕνας ἀληθινός ἄνδρας, μὲ θάρρος μεγάλο, μὲ αυτοπεποίθησιν καὶ δι' ἐαυτὸν καὶ διὰ τὸν λαόν, τὸν ὁποίον ἐκλήθη νὰ κυβερνήση. Ἴσως ἔκαμε πολλὰ σφάλματα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν τοῦ ἀπέλειψε τὸ θάρρος, ποτὲ δὲν ὑπήρξε μοιρολάτρης, διότι ποτὲ δὲν ἐπερίμενε ἀπὸ τὴν μοίραν νὰ ἰδῆ τὴν χῶραν του προηγμένην. Άλλά ἔθεσε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της ὅλον τὸ πῦρ ποὺ εἴχε μέσα του, κάθε δύναμιν ψυχικὴν καὶ σωματικήν». »
—Το επίγραμμα στον τάφο του Ελευθερίου Βενιζέλου-λόγια τα οποία είχε απαγγείλει ο ίδιος ως επιτάφιό του στην Βουλή το 1932[54]
Στις 6 Μαρτίου 1936, ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε επιστολή του προς τον Λουκά Κανακάρη Ρούφο, αναφέρει:[55][56][57]
««Δεν είναι ανάγκη να σου πω πόσον ζωηρά είναι η χαρά μου, διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε να πατάξη επί τέλους τας διηνεκείς παρεμβάσεις των στρατιωτικών παραγόντων, απομακρύνας από την κυβέρνησιν, μετά την τελευταίαν αυθάδειάν των, τους Παπάγον και Πλατήν, και αναθέσας το Υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν. Με την ενέργειάν του αυτήν ο Βασιλεύς απέκτησε πάλιν ακέραιον το κύρος του, τόσον απαραίτητον διά την αποκατάστασιν της ψυχικής ενότητος του Ελλ. λαού, και την οριστικήν επάνοδον της χώρας εις κανονικόν πολιτικόν βίον...
Από μέσα από την καρδιά μου αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς!».[58]
 »
Στις 13 Μαρτίου υπέστη εγκεφαλική συμφόρηση λίγο μετά τις 7 το πρωί, αφότου είχε ξυπνήσει. Άρχισε να ψευδίζει - ένδειξη εγκεφαλικού επεισοδίου - και η σύζυγός του κάλεσε τον Γάλλο καθηγητή Ντε Ζεν. Ξανακακοιμήθηκε αλλά έκτοτε έχασε τις αισθήσεις του για τα πέντε επόμενα εικοσιτετράωρα. Έφυγε από τη ζωή στις 08:05 το πρωί της 18ης Μαρτίου του 1936.[59]
Κατά τη μεταφορά του νεκρού από την οδό Μπωζόν στον Ελληνορθόδοξο Ναό του Παρισιού κι από εκεί στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λυών, οι Γαλλικές αρχές του απέδωσαν τιμές. Τιμές απέδωσαν και οι Ιταλικές αρχές κατά τη διέλευση της σωρού του από τα Ιταλικά εδάφη και μέχρι το λιμάνι του Πρίντεζι, στο οποίο έφθασε στις 25 Μαρτίου για να αναχωρήσει για την Ελλάδα με το αντιτορπιλικό «Ύδρα» συνοδευόμενο από ένα ακόμα αντιτορπιλικό. Και τα δύο πλοία έφτασαν στα Χανιά στις 27 Μαρτίου. Τον μονάρχη εκπροσωπούσε ο τότε διάδοχος Παύλος. Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαρτίου στο Ακρωτήρι της Κρήτης.[60]

Υστεροφημία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του Ελευθερίου Βενιζέλου έχει δοθεί σε πολλές λεωφόρους, οδούς και πλατείες, σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας.

Aνδριάντας του Ελ. Βενιζέλου στην Καλλονή Λέσβου.
Ορειχάλκινος ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου στέκει στο Πάρκο Ελευθερίας στην Αθήνα από το 1971, ενώ από το 1977 ένας μαρμάρινος ανδριάντας του είναι τοποθετηθημένος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Και τα δύο αγάλματα είναι έργα του γλύπτη Γιάννη Παππά.[61] Ανδριάντες του Κρητικού πολιτικού έχουν στηθεί και στις τρεις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης: τα Χανιά, το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο. Γλυπτά με την μορφή του απαντούν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως την Ρόδο και την Λέσβο.
O Eλευθέριος Βενιζέλος έχει τιμηθεί ιδαίτερα σε αθηναϊκά προάστια τα οποία αναπτύχθηκαν με την έλευση Μικρασιατών προσφύγων, για την αποκατάσταση των οποίων μερίμνησε ως πρωθυπουργός την περίοδο 1928-1932. Σε δύο από αυτά, την Νέα Σμύρνη και την Καλλιθέα, οι κεντρικοί τους λεωφόροι φέρουν το όνομά του και στα κεντρικότερα σημεία τους έχουν στηθεί ανδριάντες του.
Ο νέος Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, ο οποίος εγκαινιάστηκε το 2001, ονομάστηκε προς τιμήν του «Ελευθέριος Βενιζέλος». Ο σταθμός της περιοχής «Ταύρος» στην Αθήνα φέρει επίσης το όνομά του: «Ταύρος - Ελευθέριος Βενιζέλος». Τέλος, η Ανώνυμος Ναυτιλιακή Εταιρία Κρήτης (ΑΝΕΚ) έχει δώσει το όνομά του σε ένα από τα πλοία της.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος απεικονίζεται και στο ελληνικό κέρμα των 50 λεπτών του ευρώ, το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 2002. Σημειώνεται ότι η μορφή του δεν απεικονιζόταν σε κάποιο από τα κέρματα της δραχμής, του νομίσματος της Ελλάδας μέχρι και το 2001.
Η ζωή του Βενιζέλου έχει απασχολήσει και τον κινηματογράφο. Το 1966 η Λία Κουρκουλάκου γύρισε ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, ενώ το 1980 κυκλοφόρησε η ταινία «Ελευθέριος Βενιζέλος 1910 - 1927» από τον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη.[62]

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του μπλογκ. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
http://eleusisdiagoridon.blogspot.gr/2013/08/blog-post_49.html